Τρίτη, 5 Μαΐου 2015

Καφέ αρκούδα

Καφέ αρκούδα (Ursus arctos)
Για κάποιους πολιτισμούς η αρκούδα είναι σύμβολο αναγέννησης και παρθενογένεσης, γιατί κρύβεται στη φωλιά της στις αρχές του χειμώνα και εμφανίζεται πάλι την άνοιξη μαζί με τα μικρά της. Ζώο παρεξηγημένο, αφού παρά τις αντίθετες δοξασίες επιτίθεται μόνο αν βρεθεί σε θέση άμυνας, ζούσε κάποτε σε ολόκληρη τη γηραιά ήπειρο.
Σήμερα η κατάσταση των πληθυσμών και των βιοτόπων της είναι ιδιαίτερα κρίσιμη σε πανευρωπαϊκό επίπεδο: τους τελευταίους δύο αιώνες η καφέ αρκούδα έχασε το 60% της επικράτειάς της και το 50% του πληθυσμού της. Το πιο εντυπωσιακό θηλαστικό του δάσους απειλείται πλέον με εξαφάνιση. Στις οροσειρές της Πίνδου (Νομός Γρεβενών) και της Ροδόπης έχουν απομείνει περίπου 160 αρκούδες.



Βιολογία: Η καφέ αρκούδα (Ursus arctos) είναι το πιο μεγάλο χερσαίο θηλαστικό της Ευρώπης. Εχει μήκος από 1,70 έως 2 μέτρα και ζυγίζει από 60 έως 250 κιλά, ανάλογα με το φύλο και την εποχή του έτους.
Σε φυσιολογικές συνθήκες ζει περίπου 25 χρόνια. Παρά την εντύπωση που επικρατεί, η αρκούδα δεν επιτίθεται στον άνθρωπο, εκτός αν νιώσει ότι απειλείται η ίδια ή τα μικρά της. Η θηλυκή αρκούδα γεννά το χειμώνα, κάθε δύο ή τρία χρόνια, από ένα έως δύο και σπανιότερα τρία μικρά.
Τα νεογέννητα αρκουδάκια είναι τυφλά και γυμνά και ζυγίζουν μόλις 200 - 300 γραμμάρια. Εάν η μητέρα τους σκοτωθεί σ' αυτό το στάδιο της ζωής τους, πεθαίνουν σε διάστημα 15 - 20 λεπτών. Σε κάθε περίπτωση, οι πιθανότητες να επιβιώσουν τα μικρά αρκουδάκια τον πρώτο χρόνο της ζωής τους είναι μόλις 50%. Ζει σε ορεινά και ημιορεινά δάση, όπου διανύει μεγάλες αποστάσεις ψάχνοντας για τροφή.
Αν και είναι παμφάγο ζώο, δείχνει σαφή προτίμηση στις φυτικές τροφές και ιδιαίτερα στα άγρια φρούτα, τις ρίζες και τα μανιτάρια. Επίσης της αρέσει πολύ το μέλι. Το διαιτολόγιό της περιλαμβάνει ακόμη έντομα, αμφίβια και κτηνοτροφικά ζώα. Ο βηματισμός της είναι βαρύς και άχαρος, επειδή η αρκούδα περπατά στηριζόμενη σε ολόκληρο το πέλμα κινώντας ταυτόχρονα το μπροστινό και το πίσω πόδι κάθε πλευράς. Ευκίνητη παρά τον όγκο της, μπορεί να σκαρφαλώνει σε δέντρα, καθώς και να στέκεται στα πίσω πόδια της ανιχνεύοντας καλύτερα το χώρο γύρω και τρομάζοντας με το μέγεθός της κάθε υποψήφιο εχθρό.
Αντίθετα από ό,τι πιστεύεται, η καφέ αρκούδα γίνεται επικίνδυνη μόνο όταν νιώσει να απειλείται - ιδιαίτερα όταν θέλει να προστατέψει τα μικρά της. Σπανίως επιτίθεται σε μεγάλα ζώα, παρόλο που, αν χρειαστεί, έχει τεράστια δύναμη και μπορεί να τα σκοτώσει εύκολα.



Στις αρχές του χειμώνα αποτραβιέται σεπροφυλαγμένα μέρη, όπως σε κουφάλες δέντρων και σε σπηλιές. Εκεί πέφτει σε λήθαργο, μειώνοντας τις λειτουργίες του σώματός της για 4-5 μήνες. Κατά την περίοδο αυτή τρέφεται από το λίπος που είχε μαζέψει στους ιστούς της όσο ήταν δραστήρια. Είναι μοναχικό ζώο.
Το αρσενικό και το θηλυκό συναντώνται μόνο στα τέλη της άνοιξης με αρχές του καλοκαιριού για να ζευγαρώσουν. Μετά από κυοφορία 7-9 μηνών, το θηλυκό γεννά ένα ή δύο μικρά. Τα πρώτα δύο χρόνια της ζωής τους ακολουθούν παντού τη μητέρα τους, που τα φροντίζει με προσήλωση.
Απειλές: Οι ελληνικοί πληθυσμοί του είδους είναι οι σημαντικότεροι στις νότιες περιοχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης: υπολογίζεται ότι στη χώρα μας ζουν περίπου 160 καφέ αρκούδες. Δυστυχώς όμως και εδώ παρουσιάζουν μείωση. Έτσι, ενώ παλαιότερα η καφέ αρκούδα ζούσε σχεδόν σε όλη τηνηπειρωτική Ελλάδα, σήμερα απαντάται στους κύριους ορεινούς όγκους της βόρειας και κεντρικής Πίνδου και της δυτικής Ροδόπης. Αιτία είναι ο κατακερματισμός της γεωγραφικής ζώνης εξάπλωσης του ζώου και η μείωση των βιοτόπων του (εκτεταμένα δάση οξιάς, δρυός, μαυρόπευκου, ελάτου και ρομπόλου, σε υψόμετρο 800-2.000 μ.).
Η διάνοιξη δρόμων, η κατασκευή φραγμάτων και η δημιουργία τουριστικών εγκαταστάσεων αλλοιώνουν, υποβαθμίζουν και κατακερματίζουν τους βιότοπους της αρκούδας, προκαλώντας όχληση στο ζώο και περιορίζοντας τις κινήσεις του για αναπαραγωγή και ανεύρεση τροφής.
Η αρκούδα προστατεύεται ρητά από την ελληνική και κοινοτική νομοθεσία.
Ωστόσο το ισχύον νομικό πλαίσιο ελάχιστα εφαρμόζεται στην πράξη.
Ένα πολύ μικρό ποσοστό των βιότοπων της αρκούδας έχουν χαρακτηριστεί εθνικοί δρυμοί ή μνημεία της φύσης, κι αυτοί όμως υπάρχουν μόνο στα χαρτιά, χωρίς να παρέχουν προστασία στο απειλούμενο είδος. Επιπλέον, αν και το κυνήγι του ζώου απαγορεύεται από το 1969, κάθε χρόνο 15-20 αρκούδες σκοτώνονται από ασυνείδητους.
Η θανάτωση από πρόθεση αποτελεί την κύρια απειλή για την επιβίωση του ελληνικού πληθυσμού της αρκούδας.
Ευτυχώς, τουλάχιστον, τείνει να εκλείψει το βάρβαρο φαινόμενο της σύλληψης και αιχμαλωσίας του σπάνιου θηλαστικού από «αρκουδιάρηδες».

Αγριόχοιρος

Αγριόχοιρος - Sus scrofa
Γνωρίσματα Μοιάζει με τον οικόσιτο χοίρο αλλά φέρει γριζόμαυρο τρίχωμα. Τα αρσενικά υπερέχουν σε μέγεθος και βάρος έναντι των θηλυκών. Εχει σώμα ογκώδες και συμπαγές κεφάλι επίμηκες που απολήγει σε ρύγχος. Στο πάνω μέρος και στο μέσο του ρύγχους σχηματίζεται μικρή κύρτωση, η οποία αυξάνει με την ηλικία του ζώου. Εχει αυτιά μεγάλα και όρθια, μάτια μικρά καφέ χρώματος, σκέλη κοντά και ισχυρά. Η ουρά είναι μετρίου μεγέθους και στο άκρο της σχηματίζεται μία τούφα από μακριές τρίχες. Τα άκρα των δακτύλων καλύπτονται από οπλές. Στο αρσενικό τα πάνω δόντια εξέχουν.



Ενδιαίτημα: Προυπόθεση για να είναι ένα ενδιαίτημα κατάλληλο για τον αγριόχοιρο είναι η ύπαρξη άφθονου νερού και λασπόλουτρων, τα οποία τα χρειάζεται για να προστατεύεται από τα εξωπαράσιτα.
Συνήθειες Ο αγριόχοιρος είναι ζώο κοινωνικό και ζει σε πολύ καλά οργανωμένες και αυστηρά ιεραρχημένες κοινωνίες, τα κοπάδια, οι οποίες είναι τυπικές κοινωνίες μητριαρχικού τύπου. Τα κοπάδια αυτά συγκροτούνται από 1 έως 5- 6 ώριμες θηλυκές (συνήθως συγγενείς) ακολουθούμενες από τα μικρά τους και τα θηλυκά της προηγούμενης αναπαραγωγικής περιόδου που δεν έχουν ακόμα τεκνοποιήσει. Το μέγεθος του κοπαδιού ποικίλει. Μπορεί να είναι μια θηλυκιά με τα μικρά της δηλαδή 5 6 συνολικά, αλλά μπορεί να είναι 6 - 7 θηλυκές με τα παιδιά τους δηλαδή 40 - 50 ζώα συνολικά. Η γηραιότερη και πιο έμπειρη θηλυκιά είναι η αρχηγός του κοπαδιού, η οποία μεριμνά για την ασφάλεια και την εύρεση τροφής. Είναι το ζώο που βρίσκεται επί κεφαλής του κοπαδιού, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις κινδύνου. Αυτή επιλέγει τις θέσεις για το γιατάκι, καθορίζει τις διόδους διαφυγής, τη χρονική διάρκεια της ανάπαυσης, τους τόπους της βοσκής, κλπ. Τα αρσενικά σε ηλικία 9 10 μηνών εκδιώκοντα, πολλές φορές και βίαια, από το κοπάδι και ζούν το υπόλοιπο της ζωής τους μοναχικά (μονιάδες).
Ο αγριόχοιρος συνήθως βόσκει τη νύχτα και αναπαύεται στο γιατάκι του την ημέρα. Σε περιπτώσεις όμως που νιώθει ασφάλεια και ησυχία δραστηροποιείται και την ημέρα. Επίσης όταν τα γουρουνάκια είναι ακόμη πολύ μικρά και δεν μπορούν να βαδίζουν πολλές ώρες συνεχώς, το κοπάδι δραστηριοποιείται όλο το 24ωρο με ενδιάμεσες 2ωρες αναπαύσεις.
Είναι ζώο πολύ κινητικό. Κινείται πολύ γρήγορα με έναν χαρακτηριστικό τροχασμό που μοιάζει με έναν βιαστικό ταξιδιώτη. Κολυμπά επίσης εξίσου καλά. Για να βρεί την τροφή του και ήσυχα μέρη για να γιατακιάσει μπορεί να διανύσει πολλά χιλιόμετρα. Ο ζωτικός χώρος μέσα στον οποίο κινείται ένα μικρό κοπάδι (μια μητέρα με τα παιδιά της) κυμαίνεται μεταξύ 20.000 - 50.000 στρεμάτων. Μία από τις χαρακτηριστικές συνήθειες του αγριόχοιρου, είναι το κύλισμα στη λάσπη. Με τα λασπόλουτρα απαλλάσεται από τα παράσιτα και εμπλουτίζει το δέρμα του με ορυκτά άλατα που περιέχονται στη λάσπη. Μετά το λασπόλουτρα πηγαίνει σε κοντινούς κορμούς δέντρων και τρίβεται αφήνοντας ορατά σημάδια. Παράλληλα αποφλειώνει με τους κυνόδοντές του κορμούς δέντρων με σκοπό τη σήμανση της επικράτειάς του.
Αναπαραγωγή Είναι είδος πολυγαμικό. Ο οίστρος του δεν παρουσιάζει ετήσια περιοδικότητα, αλλά εμφανίζεται περισσότερες από μια φορά το χρόνο. Ο κύκλος αυτός έχει περίοδο 21 ημέρες, από τις οποίες μόνο οι 2 είναι "γόνιμες". Αυτός ο κύκλος διακόπτεται όταν το ζώο κυοφορεί, όταν βρίσκεται σε γαλουχία και στη διάρκεια του καλοκαιριού (Ιούνιος - Αύγουστος). Ανάλογα λοιπόν με τις συνθήκες του περιβάλλοντος και κυρίως με την διαθεσιμότητα της τροφής, μπορεί να ζευγαρώσει από τον Οκτώβριο μέχρι τον Μάιο και να γεννήσει από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Σεπτέμβριο.
Μετά τον θερινό άνοιστρο, οι κυρίαρχες θηλυκές αρχηγοί, κρίνοντας από την διαθεσιμότητα της τροφής, έρχονται σε οίστρο και συμπαρασύρουν και τις υπόλοιπες και ιδιαίτερα τις πρωτάρες. Πολύ σημαντικό στοιχείο στην αναπαραγωγή του αγριόχοιρου είναι το ότι οι πρωτάρες αν δεν παρασυρθούν από έμπειρες θηλυκές δεν έρχονται ποτέ σε οίστρο και παραμένουν στείρες εφόρου ζωής. Τις ημέρες ποθ αρχίζει ο οίστρος του κοπαδιού οι θηλυκές σημαδεύουν τον ζωτικό τους χώρο με οσμές που αφήνουν τρίβοντας τους αδένες τους στα δέντρα, στο έδαφος κ.α. για να προσελκύσουν κάποιον κάπρο της περιοχής. Πολλοί κάπροι θα πλησιάσουν αλλά, μετά από αιματηρές μάχες μεταξύ τους, ένας θα καταφέρει να φθάσει στο κοπάδι και αφού τον εγκρίνει η αρχηγός θα ζευγαρώσει διαδοχικά με όλες.
Η κυοφορία διαρκεί 115 ημέρες (3 μήνες, 3 βδομάδες και 3 μέρες). Οσο πιο μεγάλο είναι το ζώο τόσα πιο πολλά έμβρυα θα φέρει. Συνήθως γεννά από 2 έως 8 νεογνά. Αναπαραγωγική διαδικασία ήδη από 8 μηνών, ενώ μια άλλη μόλις στα 2 της χρόνια.
Γενικά ισχύει:
•Στα θηλυκά ηλικίας μικρότερης του ενός έτους κυοφορεί το 1 στα 3.
•Στα θηλυκά μεταξύ 1 και 2 ετών κυοφορεί το 80
•Στα θηλυκά ηλικίας μεγαλύτερης των 2 ετών κυοφορεί το 90
Βέβαια εδώ πρόκειται για μέσους όρους, οπότε κατά τόπους και χρόνους τα παραπάνω ποσοστά μπορεί να αλλάξουν πολύ. Συνοψίζοντας, ο αριθμός των εμβρύων εξαρτάται από το βάρος και την ηλικία της θηλυκιάς και από τη διαθεσιμότητα της τροφής.



Αριθμός κυοφοριών ανά έτος Αφού η περίοδος του οργασμού του αγριόχοιρου είναι 21 ημέρες, θα μπορούσαμε να πούμε ότι μια θηλυκιά θεωρητικά μπορεί να κυοφορήσει οποιαδήποτε εποχή του χρόνου.
Ας δούμε όμως τι συμβαίνει μεταξύ δύο διαδοχικών ετών:
•Μια θηλυκιά ζευγαρώνει τον Ιανουάριο και είναι έγκυος μέχρι τα τέλη Απριλίου 4 μήνες
•Τον Ιούλιο βρίσκεται σε άνοιστρο λόγω καλοκαιρινής περιόδου 2 μήνες
•Από τον Σεπτέβριο και μετά μπορεί να έρθει η ώρα του του οργασμού δηλ. αρχές Σεπτεμβρίου ή Οκτώβριο εξαρτάται από τη διαθέσιμη τροφή και τις επικρατούσες κλιματικές συνθήκες.
•Το φθινόπωρο και τον χειμώνα κυοφορεί 4 μήνες
•Τον Μάρτιο και τον Απρίλιο βρίσκεται σε γαλουχία 2 μήνες
•Τον Μάιο ξαναμπαίνει σε οργασμό και κυοφορεί μέχρι τον Σεπτέμβριο 4 μήνες
•Τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο βρίσκεται σε γαλουχία 2 μήνες
•Από τον Νοέμβριο έως τον Ιανουάριο του τρίτου έτους ξαναμπαίνει σε οίστρο.
Τον πρώτο χρόνο λοιπόν η γουρούνα έκανε μια γέννα και τον δεύτερο δύο. Αυτό βέβαια συμβαίνει υπό την προυπόθεση ότι και στα δύο διαδοχικά χρόνια οι συνθήκες τροφής είναι πολύ καλές, οι καιρικές συνθήκες ήπιες και η ηλικιακή δομή των κοπαδιών πυραμιδοειδής. Πιο σωστό λοιπόν είναι να λέμε ότι ο ώριμος θηλυκός αγριόχοιρος κυοφορεί τρείς φορές στα δύο χρόνια. Τα μικρά γεννιούνται με ανοιχτά μάτια και είναι σε θέση μετά από λίγες ώρες να στέκονται στα πόδια τους. Το τρίχωμά τους είναι κοκκινωπό και κατά μήκος των πλευρών σχηματίζονται επιμήκεις στενές λωρίδες ανοιχτού χρώματος με αποτέλεσμα να δημιουργείται μία τέλεια χρωματική προσαρμογή με το περιβάλλον. Λόγω του ότι το σώμα των μικρών είναι καλυμμένο με αραιό τρίχωμα τις πρώτες μέρες, αυτά απαιτούν ιδιαίτερη φροντίδα.
Αυτή εξασφαλίζεται με τη συνεχή παραμονή τους στη φωλιά και το πλάγιασμα με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι το ένα δίπλα στο άλλο και κοντά στη μητέρα, η οποία κατά τις πρώτες μέρες παραμένει συνεχώς στη φωλιά. Μετά την έβδομη μέρα, η μητέρα και τα μικρά βγαίνουν για λίγο, πάντα όμως διανυκτερεύουν στη φωλιά τους. Μετά τη δεύτερη τρίτη εβδομάδα αρχίζουν την αναζήτηση της τροφής, αν και ο θηλασμός διαρκεί μέχρι 2 - 3 μήνες περίπου. Στην ηλικία των 6 μηνών το χρώμα των μικρών γίνεται καφέ και οι ραβδώσεις ατονούν. Με τη συμπλήρωση του χρόνου αποκτούν το χρωματισμό του ενηλίκου. Κατά την ηλικία αυτή τα άτομα γίνονται ανεξάρτητα. Η σεξουαλική τους ωριμότητα επέρχεται σε ηλικία 9 - 18 μηνών. Αυτή εξαρτάται κυρίως από τη διαθεσιμότητα της τροφής. Σε χρόνια με ευνοικές συνθήκες διατροφής το 50% των θηλυκών ηλικίας κάτω του ενός έτους αναπαράγεται. Σε μέσες συνθήκες το ποσοστό αυτό είναι 10%. Οταν όμως υπάρχει έλλειψη τροφής τα άτομα ηλικίας κάτω του ενός έτους δεν αναπαράγονται. Η θνησιμότητα των νεογνών είναι μεγάλη ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών της ζωής τους.
Κυριότερες αιτίες θνησιμότητας είναι οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες και οι άρπαγες. Κατά μέσο όρο το ποσοστό θνησιμότητάς τους φτάνει το 40 - 50%. Σε πολύ ευνοικά χρόνια μπορεί να έχουμε δύο γέννες το χρόνο, μία τον Ιανουάριο Φεβρουάριο και μία κατά το δεύτερο μισό του Ιουλίου με αρχές Αυγούστου. Διασταυρώνεται με το οικιακό είδος. Ζεί 15 - 20 χρόνια.
Τροφή: Είδος παμφάγο, προτιμάει καρπούς, ρίζες, μανιτάρια, βολβούς, φρούτα, καρπούς με ιδιαίτερη προτίμηση στα βελανίδια, κάστανα κ.λ.π.. Καταναλώνει επίσης ζωικής προέλευσης τροφή που αποτελείται κυρίως από σκουλήκια, σαλιγκάρια, προνύμφες εντόμων, ερπετά, αμφίβια, τρωκτικά, αβγά εδαφόβιων πουλιών και ψοφίμια.

Λύκος

Λύκος (Lupus lupus)
Ο λύκος υπήρξε το θηλαστικό με τη μεγαλύτερη γεωγραφική εξάπλωση στον πλανήτη μας. Σήμερα έχει εξαφανιστεί από ένα μεγάλο μέρος της προηγούμενης
κατανομής του που κάλυπτε σχεδόν όλο το Βόρειο Ημισφαίριο.
Από τον 14ο αιώνα και μετά από συστηματικές προσπάθειες εξόντωσης του, εξαφανίσθηκε από 14 χώρες της κεντρικής και δυτικής Ευρώπης. Ο λύκος δεν υπήρξε ποτέ στόχος προσπαθειών ολοκληρωτικής εξόντωσης στην Ελλάδα.



Η μακρόχρονη άσκηση της κτηνοτροφίας ελεύθερης βοσκής, από την αρχαιότητα έως σήμερα, είχε ως αποτέλεσμα την υιοθέτηση μεθόδων βόσκησης και φύλαξης των κοπαδιών προσαρμοσμένων στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ελλαδικού χώρου (κλίμα, ανάγλυφο, βλάστηση, άγρια πανίδα), μέρος των οποίων είναι και η παρουσία του λύκου.
Ενα παράδειγμα τέτοιας προσαρμογής είναι η χρήση του ελληνικού ποιμενικού σκύλου για την αποτελεσματική φύλαξη των κοπαδιών. Ο λύκος, ως ανώτερο θηλαστικό, προσάρμοζε συνεχώς τις συνήθειες και τη συμπεριφορά του στις δραστηριότητες των ανθρώπων της υπαίθρου.
Αποτέλεσμα ήταν να μάθει να αποφεύγει τις επικίνδυνες γι'αυτόν καταστάσεις, έτσι ώστε να επιβιώσει ως τις μέρες μας.
Η παρουσία του λύκου προκαλούσε ανέκαθεν αντικρουόμενα συναισθήματα και αντιδράσεις στους ανθρώπους της υπαίθρου. Παρόλα αυτά η παράδοση και τα ήθη του λαού μας πιθανόν να συνέβαλαν στην επιβίωση του είδους στην Ελλάδα.
Η εξάπλωση του σήμερα εκτείνεται σε όλο σχεδόν τον ηπειρωτικό ελλαδικό χώρο εκτός από την Πελοπόννησο, από όπου εξαφανίστηκε ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του '30.



Ο λύκος παρών στους Μύθους και τις Παραδόσεις
Εντονη είναι η παρουσία του λύκου στην αρχαία ελληνική μυθολογία. Τον συναντάμε στη συνοδεία της θεάς Αρτεμης μαζί με άλλα ζώα. Ο θεός Απόλλωνας συχνά αναφέρεται ως Λύκειος.
Αυτή είναι μια επίκληση του Απόλλωνα ως θεού του φωτός που δηλώνει την καταγωγή των λέξεων λυκόφως και λυκαυγές, δηλαδή το σούρουπο και τη χαραυγή. Τα νομίσματα του Αργους που είχε προστάτη το θεό Απόλλωνα διακοσμούνταν με λύκους περίπου εώς τον 5ο αιώνα π.χ.
Ενας μπρούτζινος λύκος υπήρχε σε ένα από τα πιο φημισμένα ιερά του Απόλλωνα, το μαντείο των Δελφών, πιθανότατα σε ανάμνηση του λύκου που σκότωσε ένα ληστή του ναού σε μικρή απόσταση από το ιερό και ύστερα οδήγησε σε αυτόν τους προσκυνητές.
Στο νότιο άκρο της Ακρόπολης υπάρχουν τα ερείπια του Λυκείου, ενός κτιρίου που χρησιμοποιούνταν ως χώρος λατρείας του θεού Απόλλωνα.
Στον ίδιο χώρο δίδαξε και ο Αριστοτέλης την εποχή που έγραφε το «Περί ζώων ιστορίαι».
Το κεφάλαιο που αφιερώνει στους λύκους συμπεριλαμβάνει τον μύθο της γέννησης του Απόλλωνα στη νήσο Δήλο. Σύμφωνα με το μύθο η μητέρα του Απόλλωνα, Λητώ, μεταμορφωμένη σε λύκο και συνοδευόμενη από μια αγέλη λύκων ταξίδεψε από τη γη των Υπερβορείων για να έρθει ως τη Δήλο. Σε άλλο μύθο ο Δίας μεταμορφώνει σε λύκους τον Λυκάονα μυθικό βασιλιά της Αρκαδίας και τους γιούς του μετά από ένα ανόσιο γεύμα που του προσφέρουν.
Από το μύθο αυτόν μένει στους αιώνες η ονομασία του όρους Λύκαιον στην Αρκαδία.



Ο Σωκράτης στην «Πολιτεία» του Πλάτωνα χρησιμοποιεί το μύθο του Λυκάονα για να αποτρέψει πολιτική συμπεριφορά που οδηγεί στην τυραννία.
Λύκος ονομάζεται και ο βασιλιάς που υποδέχτηκε φιλόξενα τους Αργοναύτες στον Αδη.
Ενα βασιλιά Λύκο αναφέρει στα έργα του «Ηρακλής» και «Αντιόπη» ο Ευριπίδης. Ο λύκος πρωταγωνιστεί σε πολλούς μύθους του Αισώπου που έχουν κάνει το γύρω του κόσμου καθώς και στις παραδόσεις, στις παροιμίες και στα παραμύθια της νεότερης Ελλάδας.
Πολλά είναι και τα τοπωνύμια που υποδηλώνουν την παρουσία του λύκου στην Ελλάδα, όπως τα χωριά Λυκοτρίχι Δωδώνης, Λυκόστομο Καβάλας, Λοκοστάνη Δωδώνης, Λύκος Φιλιατών, Λύκοι Εδεσσας, Λυκοδρόμι Ξάνθης, Λυκόβρυση Αττικής. Τοποθεσίες σε πρηνές περιοχές με ονόματα όπως Λυκορράχη, Λυκόρεμα, Λυκόλακκα κτλ. είναι πολύ συνηθισμένες.
Εκπληκτικά μεγάλος είναι ο αριθμός των τοπωνυμίων που έχουν σχέση με το λύκο και στην Πελοπόννησο κάτι που υποδηλώνει την μέχρι πρόσφατα παρουσία του, όπως τα χωριά Λυκοποριά Κορινθίας, Λυκότραφος Μεσσηνίας, Λύκισσα Πυλίας, Λυκόσουρα Μεγαλόπολης, Λυκοτρύπι Ναυπλίας κτλ.



Παράγοντες που επηρεάζουν αρνητικά το μέλλον του λύκου στην Ελλάδα
Η ελάττωση της φυσικής λείας του λύκου (ελάφι, ζαρκάδι, αγριογούρουνο) που οφείλεται σε ανθρωπογενείς παράγοντες, τον στρέφει προς τα κτηνοτροφικά ζώα, εκτείνοντας το πρόβλημα της σύγκρουσης με τον άνθρωπο.
Η σταδιακή χαλάρωση εφαρμογής μεθόδων και τρόπων πρόληψης των ζημιών συνιστά γεγονός που επιτείνει τη σύγκρουση ανθρώπου - λύκου.
Αυτό οφείλεται στο ότι τα νέα κοινωνικά πρότυπα και οικονομικά δεδομένα που ισχύουν σήμερα επέβαλαν νέους κανόνες άσκηση της κτηνοτροφίας που αποκλίνουν σημαντικά από τους παραδοσιακούς ενώ ταυτόχρονα άλλαξαν και τη θεώρηση του επαγγέλματος του κτηνοτρόφου.
Η παράνομη θανάτωση λύκων που επιλέγεται από ορισμένους κτηνοτρόφους ως η πιο άμεση λύση για την προστασία των κοπαδιών τους.
Η παράνομη χρήση δηλητηριασμένων δολωμάτων που αποτελεί κίνδυνο όχι μόνο για τον λύκο αλλά και για την πανίδα συνολικά. Τα μεγάλα τεχνικά έργα χωρίς περιβαλλοντικό σχεδιασμό και οι αλλαγές στις χρήσεις γης που παρεμποδίζουν τις μετακινήσεις και την επικοινωνία των υποπληθυσμών του λύκου Συνήθως μόνο ένα ζευγάρι λύκων αναπαράγεται σε αυτήν (κυρίαρχο ζεύγος.
Ο καταιγισμός φημολογιών για «απελευθερώσεις» λύκων που αποπροσανατολίζει τους κτηνοτρόφους και την κοινή γνώμη, δυσχεραίνει την αποδοχή μέτρων για τη διαχείριση του είδους. Η έλλειψη ενημέρωσης σχετικά με την ανάγκη λήψης μέτρων που θα εξασφαλίζουν την επιβίωση του είδους σε μακροπρόθεσμη βάση. Η έλλειψη σύγχρονου και ευέλικτου νομικού πλαισίου διαχείρισης του πληθυσμού του λύκου.
Νομοθετική προστασία
Ευρώπη : ο λύκος προστατεύεται από τη Σύμβαση της Βέρνης και την Κοινοτική Οδηγία 92/43. Ελλάδα : με αφορμή αυτό το καθεστώς ο λύκος έχει εξαιρεθεί από τον κατάλογο των επιβλαβών ειδών το 1991 και θεωρείται επίσημα "τρωτό" είδος.

Αλεπού

Αλεπού (Vulpes vulpes)
Γνωρίσματα Γκριζοκαφέ ζώο με μακριά και φουντωτή ουρά. Ενα ζώο που συγκεντρώνει την προσοχή μεγάλης μερίδας της κοινωνίας μας για διαφορετικούς λόγους. Για τους κατοίκους αγροτικών περιοχών και τους πτηνοκτηνοτρόφους αποτελεί εχθρό, για τους κυνηγούς αποτελεί ανταγωνιστή που ευθύνεται για τη συρρίκνωση των πληθυσμών ορισμένων θηραματικών ειδών, για τους καλλιεργητές είναι σύμμαχος στον περιορισμό των ζημιών από τα ποντίκια και για τους οικολόγους έχει αναχθεί σε προστατευτέο είδος. Που βρίσκεται η αλήθεια Οπως πάντα κάπου στη μέση.



Η επιστήμη της οικολογίας δεν είναι δυνατό να αντιμετωπίζει όλες τις περιπτώσεις κατά τον ίδιο τρόπο. Δεν χωρούν αφορισμοί και γενικολογίες. Κάθε περίπτωση είναι ιδιαίτερη και ως τέτοια πρέπει να να μελετηθεί και να αντιμετωπιστεί. Βασική προυπόθεση είναι η καλή γνώση της βιολογίας, της συμπεριφοράς και των παραγόντων που επηρεάζουν τις αυξομειώσεις των πληθυσμών της αλεπούς και των πληθυσμών των θυμάτων της. Επόμενο στάδιο είναι να καθοριστούν οι επιδιωκόμενοι στόχοι. Θέλουμε να έχουμε αλεπούδες για να ελέγξουμε τα ποντίκια ή θέλουμε να περιορίσουμε τις αλεπούδες γιατί υπάρχει υπερπληθυσμός που επιδρά δυσμενώς στους πληθυσμούς της πεδινής πέρδικας του φασιανού, του λαγού και άλλων ειδών; Ανάλογα με το στόχο επιλέγουμε τα μέσα με τα οποία θα τον επετύχουμε.

Φωτογραφίες Αλεπού (Vulpes vulpes).




Δυστυχώς όμως η ευρωπαική και η εθνική νομοθεσία δεν επιτρέπει τον έλεγχο της αλεπούς με άλλα μέσα πλήν του κυνηγίου της, με αποτέλεσμα να μην μπορεί ο διαχειριστής να αντιμετωπίσει προβλήματα που θα προκύψουν από τον υπερπληθυσμό του είδους. Ετσι ωθείτε ο κάθε πολίτης που αντιμετωπίζει πρόβλημα - έμμεσο ή άμεσο - να αναλάβει πρωτοβουλίες που πολλές φορές οδηγούν σε ακραίες καταστάσεις, όπως ανεξέλεγκτη τοποθέτηση δολωμάτων με δυσμενείς επιπτώσεις στην άγρια πανίδα (αρκούδες, λύκους, πτωματοφάγα πτηνά κλπ) και τους σκύλους εργασίας (ποιμενικούς, κυνηγετικούς κλπ).


Η αλεπού εμφανίστηκε στη γή πριν από 400.000 χρόνια, περίπου, και αποτελούσε πιθανώς, σημαντικό θήραμα για τους κυνηγούς της νεολιθικής εποχής. Στο τελευταίο μισό του 19ου αιώνα εισήχθη σε πολλές περιοχές κυρίως με σκοπό το κυνήγι της. Τη συναντάμε σχεδόν παντού στο Βόρειο Ημισφαίριο. Από τη Βρετανία εισήχθη στις ανατολικές Ηνωμένες Πολιτείες στα μέσα του 18ου αιώνα από όπου εξαπλώθηκε δυτικότερα, ενώ γύρω στα 1850 εισήχθη και στην Αυστραλία.
Ενδιαίτημα Ιδιαίτερα προσαρμοστικό είδος, χωρίς πολλές απαιτήσεις, μπόρεσε να εξαπλωθεί και να επιβιώσει σχεδόν σε όλους τους τύπους βιοτόπων. Αφθονεί σε περιοχές με ποικιλία και εναλλαγές μικροπεριβαλλόντων (θαμνότοποι, λιβάδια, δάση κλπ) που προσφέρουν τροφή και κάλυψη.
Οι αλεπούδες ζούν σε ομάδες που μοιράζονται μία περιοχή. Σε περιοχές πλούσιες σε τροφή, με πυκνούς πληθυσμούς, τα θηλυκά αλεπουδάκια της προηγούμενης γέννας μοιράζονται την ίδια περιοχή με τους γονείς τους. Ο αριθμός αυτών των μικρών θηλυκών μπορεί να φτάσει τα έξι, αλλά το συνηθέστερο είναι ένα με δύο. Αυτά τα επιπλέον θηλυκά βοηθούν στην ανατροφή των φετινών μικρών του κυρίαρχου θηλυκού. Ετσι παρατηρήθηκε λ.χ. ότι αυτά τα θηλυκά προφυλλάσουν τα μικρά από κινδύνους, φροντίζουν για την μετάδοση εμπειριών και παίζουν μαζί τους.
Το μέγεθος της περιοχής της αλεπούς (χωροκράτεια) ποικίλει ανάλογα με τον τύπο του περιβάλλοντος.
Σε λοφώδεις περιοχές με λίγη τροφή η έκταση της επικράτειας φτάνει τα 40.000 στρέμματα, ενώ σε αγροτικές περιοχές μπορεί να περιοριστεί στα 200 στρέμματα. Από παρατηρήσεις προκύπτει ότι η μέση έκταση μιας επικράτειας αλεπούς κυμαίνεται από 450 έως 1500 στρέμματα. Η περιοχή κάθε ομάδας αλεπούδων δεν χρησιμοποιείται κατά τον ίδιο τρόπο. Ενα κομμάτι της χρησιμεύει για την αναζήτηση της τροφής, ενώ κάποιο άλλο χρησιμοποιείται ως διάδρομος για τις μετακινήσεις των ζώων.


Οι επικράτειες οριοθετούνται με ούρα και κόπρανα που αποτίθενται σε εμφανή σημεία (πέτρες, πρέμνα δέντρων κλπ) περίπου στο ύψος της μύτης και δεν παραβιάζονται από ανταγωνιστές. Ούρα αφήνονται και στα μονοπάτια σε ποσότητες ανάλογες με τη συχνότητα μετακίνησης των ζώων. Ο αριθμός των σημαδιών αυξάνεται στο κέντρο της επικράτειας, ενώ μειώνεται προς την περιφέρειά της. Επίσης οι αλεπούδες μπορεί να αφήνουν ούρα σε υπολείμματα τροφής που δεν μπορεί να καταναλωθεί και σε τρύπες που δεν βρέθηκε τροφή, ώστε να μη σπαταλούν χρόνο για να ψάχνουν τα ίδια μέρη.
Οι αλεπούδες υπερασπίζονται την περιοχή τους και δεν επιτρέπουν την είσοδο άλλων. Οταν κάποιος παρείσακτος εισβάλει δε ξένη χωροκράτεια και γίνει αντιληπτός, συνήθως ακολουθεί μάχη. Οι αλεπούδες σηκώνονται, στηριζόμενες στα πίσω πόδια, και χτυπούν τους ώμους και το στήθος του αντιπάλου, ενώ με ανοιχτό στόμα προσπαθούν να τον φοβίσουν.
Οι μάχες εκδηλώνονται κυρίως μεταξύ νεαρών και ιδίου φύλου ατόμων και διαρκούν ως την αποχώρηση του ηττημένου.
Οπως τα περισσότερα ζώα που σχηματίζουν ομάδες έτσι και οι αλεπούδες έχουν αναπτύξει κοινωνική οργάνωση και τρόπους επικοινωνίας. Μεγάλη ποικιλία στάσεων του σώματος και του κεφαλιού χρησιμοποιούνται και αποτελούν το λεξιλόγιο για την επικοινωνία και ποικίλουν από εποχή σε εποχή.
Τα νεαρά αλεπουδάκια διασκορπίζονται σε ηλικία 6 - 12 μηνών. Αν και γενικά δεν απομακρύνονται από την περιοχή που γεννήθηκαν, στις ΗΠΑ διαπιστώθηκε ότι μπορούν να μετακινηθούν έως και 300 χιλιόμετρα, ενώ στην Ευρώπη βρέθηκε ότι μετακινούνται έως 100 χιλιόμετρα. Το χρονικό διάστημα που διαρκούν οι βόλτες τους ποικίλει από μερικές μέρες έως και λίγους μήνες.


Η αλεπού είναι είδος που κινείται κυρίως τη νύχτα, το σούρουπο και το ξημέρωμα. Οι ημερήσιες μετακινήσεις της εξαρτώνται από τον βαθμό ενόχλησης που δέχεται. Το καλοκαίρι μπορεί να μείνει δραστήρια αρκετή ώρα μετά το χάραμα, ιδιαίτερα αν τα θηλυκά προσπαθούν να ταίσουν τα μικρά.
Σε γεωργικές περιοχές δραστηριοποιούνται κυρίως μετά τα μεσάνυχτα, χωρίς αυτό να αποτελεί και κανόνα, διότι δεν αποκλείεται να δεί κάποιος μέρα μεσημέρι αλεπού στο κέντρο ενός χωριού ή μιας μικρής πόλης.
Οι δραστηριότητές της ποικίλουν και επηρεάζονται άμεσα από τις επικρατούσες καιρικές συνθήκες. Τις κρύες νύχτες μειώνονται οι μετακινήσεις, ενώ αντίθετα τις θερμές και υγρές νύχτες εξασφαλίζονται όλες οι προυποθέσεις για ένα επιτυχημένο κυνήγι.
Τροφή Οι τρόποι κυνηγίου και η συμπεριφορά της αλεπούς απέναντι σε κάθε θήραμα διαφέρουν. Και τούτο διότι οι τροφικές της προτιμήσεις ποικίλουν ανάλογα με την εποχή και τα διαθέσιμα τροφής. Μπορεί να καταναλώσει καρπούς, ψοφίμια, μικρά θηλαστικά, πουλιά, σκουλήκια, έντομα κλπ, ενώ παρουσιάζει μεγάλη προσαρμοστικότητα σε νέες πηγές τροφής (σκουπιδότοπους, απελευθερωμένα θηράματα κλπ) και αλλαγές ενδιαιτημάτων (μετά από πυρκαγιές, εκχερσώσεις κλπ). Τα σκουλήκια, κάποιες εποχές, εξασφαλίζουν πάνω από το 60% των θερμιδικών απαιτήσεών της. Αφού εντοπίσει κάποιο σκουλήκι με την ακοή της, η οποία είναι ιδιαίτερα αναπτυγμένη, το συλλαμβάνει με τα μπροστινά της δόντια και στη συνέχεια το τραβά από την τρύπα του με αργές κινήσεις του κεφαλιού της.
Η αλεπού επίσης μπορεί να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα αρπακτικότητας σε αποικίες πουλιών, όπως είναι οι γλάροι. Χαρακτηριστικά ένας ερευνητής αναφέρει ότι σε περιοχή της Βρετανίας μέσα σε μία μόνο αναπαραγωγική περίοδο σκοτώθηκαν 800 γλάροι από τις τέσσερις αλεπούδες που ζούσαν εκεί και μάλιστα οι 240 από αυτούς σε μία μόνο νύχτα.
Σε αγροτική περιοχή του Bristol εκτιμήθηκε ότι το 0,7% των γατών και το 7% άλλων κατοικίδιων σκοτώνονταν ετησίως από αλεπούδες, των οποίων η πυκνότητα ήταν αρκετά υψηλή. Σημαντική, επίσης, πηγή τροφής αποτελούν τα εδαφόβια πουλιά, τα τρωκτικά και άλλα μικρά θηλαστικά, όπως ο λαγός. Πολλοί ερευνητές έχουν επισημάνει ότι η επίδραση της αλεπούς στους πληθυσμούς θηραματικών ειδών είναι σημαντική. Οι πεδινές πέρδικες είναι ευάλωτες κατά τη διάρκεια της επώασης των αβγών τους, οι πληθυσμοί των φασιανών δέχονται μεγάλη πίεση και συρρικνώνονται, οι λαγοί αποτελούν τμήμα του διαιτολογίου της κάποιες εποχές του έτους, ενώ για τα νεαρά ζαρκάδια η αλεπού αποτελεί διαρκή απειλή. Οσο για τα οικόσιτα ζώα (περιστέρια, κότες κλπ), η αλεπού μπορεί να σκοτώσει μεγάλους αριθμούς τους και να τα εγκαταλείψει χωρίς να τα καταναλώσει.
Κατά συνέπεια είναι βέβαιο ότι πρόκειται για ένα ιδιαίτερα προσαρμοστικό ζώο που μπορεί να εποικίσει μεγάλη ποικιλία βιοτόπων, να δημιουργήσει προβλήματα σε πτηνά και μικρά θηλαστικά, παράλληλα δε να περιορίσει τους πληθυσμούς των τρωκτικών. Κάθε συγκεκριμένη συγκυρία πρέπει να εξετάζεται ξεχωριστά και να λαμβάνονται αποφάσεις μετά από ενημέρωση και συμφωνία των εμπλεκώμενων φορέων (Υπουργείο Γεωργίας, αγρότες, κτηνοτρόφοι, κυνηγοί κ.α.), ώστε αν διαπιστωθεί ότι χρειάζεται έλεγχος του πληθυσμού της αλεπούς, να βρεθεί ένας παραδεκτός και νόμιμος τρόπος άσκησής του που δεν θα οδηγήσει σε ακραίες και ανεξέλεγκτες καταστάσεις.