Τρίτη 5 Μαΐου 2015

Ενυδρίδα ή βίδρα

Ενυδρίδα ή βίδρα (Lutra lutra).
Η ενυδρίδα ή βίδρα, όπως είναι πιο γνωστή, είναι πολύ συνηθισμένο θηλαστικό για τη χώρα μας. Ανήκουν στην ίδια οικογένεια με τις νυφίτσες και τα κουνάβια για το λόγο αυτόν μοιάζουν μεταξύ τους.
Είναι υδρόβια ζώα. Μπορούν να κολυμπήσουν κάτω από το νερό για εκατοντάδες μέτρα. Τρέφονται με ψάρια και άλλα υδρόβια ζώα. Η φωλιά της βρίσκεται κοντά στο νερό, είναι υπόγεια και έχει πάντα δύο ανοίγματα.
Είναι ζώα παιχνιδιάρικα σε όλη τους τη ζωή και εξημερώνονται εύκολα όταν συλληφθούν σε μικρή ηλικία. Στην περιοχή μας η βίδρα φωλιάζει κατά μήκος των όχθων και ζει μέσα στα ποτάμια.



Πως θα την αναγνωρίσουμε: Αναγνωρίζονται εύκολα. Έχουν λεπτό κορμό (μήκους 55-85 εκ.), μακρύ λαιμό, μακριά ουρά (35-55 εκ.), μικρά αυτιά και κοντά πόδια. Πολλές φορές στέκονται στα δύο πίσω πόδια. Η γούνα τους είναι χρώματος σκούρο καφέ στην πλάτη, πιο ανοιχτόχρωμη κάτω, ενώ στα μάγουλα και στο λαιμό είναι άσπρη.
Η γούνα της ενυδρίδας της προσφέρει, λόγω της δομής των τριχών, μια ιδιαίτερα αποτελεσματική μόνωση από το κρύο και την υγρασία: Η γούνα της συνολικά έχει από 80 έως 100 εκατ. τρίχες αρκετές ώστε να της παρέχουν επαρκή μόνωση από το κρύο και την υγρασία, συγκεκριμένα υπάρχουν ώς και 50000 τρίχες ανά τετραγωνικό εκατοστό και ξοδεύει καθημερινά το δέκα τοίς εκατό του χρόνου της για την φροντίδα της γούνας της.

Φωτογραφίες Ενυδρίδα ή βίδρα (Lutra lutra).



Αναπαραγωγή: Η κύρια εποχή αναπαραγωγής είναι το Φεβρουάριο και το Μάρτιο. Η εγκυμοσύνη διαρκεί 58-62 ημέρες. συνήθως γεννά από ένα έως τέσσερα μωρά, τα οποία γεννιούνται τυφλά, ζυγίζουν περίπου 80 έως 100 γραμμάρια και έχει μήκος σώματος, το οποίο σπάνια υπερβαίνει τα 15 εκατοστά. Τα μικρά ανοίγουν τα μάτια τους νωρίτερα από 30 μέρες και την πρώτη απόπειρα να κολυμπήσουν την κάνουν από την έκτη εβδομάδα της ζωής τους. Αρχικά θηλάζουν από 8 έως 14 εβδομάδες και παραμένουν υπό την προστασία της μητέρας τους περίπου 14 μήνες μέχρι να μάθουν να κυνηγούν μόνα τους.
Τα αρσενικά ωριμάζουν σεξουαλικά στα δύο χρόνια ενώ τα θηλυκά μπορούν να αναπαράγουν από το τρίτο έτος.
Εχθροί
Αιχμάλωτες βίδρες μπορούν να φθάσουν στην ηλικία μέχρι 22 ετών. Στη φύση, που ζουν οι βίδρες δεν μπορούν να φτάσουν σε αυτή την ηλικία, καθώς μόνο το 15 τοις εκατό των νεογνών ενός χρόνου καταφέρνουν να ξεπεράσουν τα τρία χρόνια. Κατά μέσο όρο, ζουν 8 μέχρι 13 ετών.
Οι εχθροί της Βίδρας είναι ο λύκος, ο λύγκας, οι αετοί και τα ελεύθερα σκυλιά . Ιδιαίτερα οι νεαρές Βίδρες πέφτουν εύκολα θύματα στους παραπάνω εχθρούς.
Ωστόσο ο πιο επικίνδυνος εχθρός της ενυδρίδας, είναι ο άνθρωπος.
Η καταστροφή και η ρύπανση των υδάτων, η διατάραξη του φυσικού περιβάλοντος τα μολυσμένα ψάρια, είναι ο κύριος λόγος που οι ενυδρίδες δεν θα καταφέρουν να φτάσουν σε μεγάλη ηλικία.
Βιότοπος
Προτιμά ρηχά ποτάμια με κατάφυτες όχθες και βάλτους με πλούσια βλάστηση. Η μείωση αυτών των οικοτόπων καθώς και το κυνήγι έχουν περιορίσει την Βίδρα αισθητά.
Αναζητά για την διαμονή της γλυκά πεντακάθαρα νερά, πλούσια σε ψάρια και όχθες με πυκνή βλάστηση ώστε να της παρέχετε επαρκή κάλυψη.
Επίσης μπορούν να ζήσουν και σε αλμυρό νερό, μόνο στην Σκανδιναβία και στη Σκωτία.
Ο τόπος διαμονής είναι πολύ καλά καμουφλαρισμένος, ωστόσο η παρουσία τους προδίδετε συνήθως από τα αποτυπώματα στο λασπώδες έδαφος ή στο χιόνι όχι μόνο από τις πατημασιές αλλά και απο το χαρακτηριστικό σύρσιμο της ουράς.


Προστατεύεται από την οδηγία 92/43/ΕΟΚ (ως είδος υπό αυστηρή προστασία και για το οποίο επιβάλλεται ο καθορισμός ειδικών ζωνών διατήρησης). Επίσης, προστατεύεται από τη σύμβαση της Βέρνης (ως είδος της πανίδας υπό αυστηρή προστασία), από το CITE (Convention on International Trade in Endangered Species of Wild Fauna and Flora, 1973, ως είδος που υπόκειται σε διάφορες ρυθμίσεις), από το Προεδρικό Διάταγμα 67/1981 (ως προστατευμένο είδος) και από το κόκκινο βιβλίο των απειλούμενων Σπονδυλοζώων της Ελλάδος-IUCN Red List (Κόκκινο Βιβλίο, ως τρωτό είδος).

Σκαντζόχοιρος

Σκαντζόχοιρος (Erinaceus concolor)
Προστατεύεται από το Προεδρικό Διάταγμα 67/1981 (ως προστατευμένο είδος) και από Κόκκινο Βιβλίο (ως ενδημικό υποείδος του Ελληνικού χώρου είδος).
Ο σκαντζόχοιρος είναι πολύ συνηθισμένο είδος της χώρας μας. Ζει σε αραιά δάση ή όπου υπάρχει χαμηλή βλάστηση. Είναι ζώο μοναχικό νυχτόβιο και παμφάγο. Τρώει έντομα, σκουλήκια, γυμνοσάλιαγκους, αβγά πουλιών, σπόρους και καρπούς.
Η φωλιά του είναι συνήθως υπόγεια. Την ημέρα όταν δεν βρίσκεται στη φωλιά του κρύβεται κάτω από σωρούς φύλλων. Το χειμώνα όταν η θερμοκρασία μειωθεί πολύ, πέφτει σε χειμέρια νάρκη.



Συμπεριφορά-εχθροί
Όλοι οι σκαντζόχοιροι μπορούν να τυλιχτούν σε σφιχτή μπάλα, και με τη βοήθεια υποδόριων μυών να κάνουν τα αγκάθια τους να πεταχτούν προς τα έξω. Πάντως, η αποτελεσματικότητα αυτής της μεθόδου προστασίας εξαρτάται από τον αριθμό των αγκαθιών, και καθώς μερικοί σκαντζόχοιροι της ερήμου έχουν εξελιχθεί ώστε να μεταφέρουν λιγότερο βάρος, είναι πιθανότερο να προσπαθήσουν να διαφύγουν τρέχοντας ή ακόμα και να επιτεθούν στον εισβολέα, τρυπώντας τον με τα αγκάθια τους, και ν' αφήσουν τη μέθοδο της μπάλας ως τελευταία λύση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να υπάρχουν διαφορετικοί εχθροί για διαφορετικά είδη: ενώ οι σκαντζόχοιροι του δάσους έχουν σχετικά λίγους εχθρούς, κυρίως πουλιά και ειδικότερα κουκουβάγιες, αλλά και νυφίτσες και σκύλους και φίδια, τα μικρότερα είδη όπως ο μακρώτις σκαντζόχοιρος έχουν ως επιπλέον εχθρούς τις αλεπούδες, τους λύκους και τις μαγκούστες.
Όλοι οι σκαντζόχοιροι είναι βασικά νυκτόβιοι, παρότι διάφορα είδη μπορεί να βγαίνουν και κατά τη διάρκεια της ημέρας. Για ένα μεγάλο διάστημα της ημέρας ο σκαντζόχοιρος κοιμάται, είτε κάτω από κάποιο βράχο ή θάμνο ή σε μια τρύπα στο χώμα. Μερικά είδη μπορεί να έχουν διαφορετικές συνήθειες, αλλά οι περισσότεροι σκαντζόχοιροι σκάβουν καταφύγια στο χώμα.
Όλοι οι άγριοι σκαντζόχοιροι μπορούν να πέσουν σε χειμέρια νάρκη, αν και δεν το κάνουν όλοι. Το αν θα το κάνουν εξαρτάται από τη θερμοκρασία, την αφθονία του φαγητού και το είδος τους. Η διαδικασία έχει ως εξής: Το φθινόπωρο, στρώνουν μια φωλιά με βρύα και φύλλα κάτω από ένα δένδρο και πέφτουν σε χειμερία νάρκη, που διαρκεί ως το Μάρτιο ή τον Απρίλιο. Η θερμοκρασία του σώματος τους στην περίοδο αυτή πέφτει στους 5,5 βαθμούς C.
Οι σκαντζόχοιροι βγάζουν διάφορες φωνές, και δεν επικοινωνούν μόνο με γρυλλίσματα και ρουθουνίσματα, αλλά και με δυνατά τσιρίγματα (ανάλογα με το είδος).
Τι τρώει
Σκαντζόχοιρος της Δυτικής Ευρώπης Παρότι ανήκει στην οικογένεια των εντομοφάγων, ο σκαντζόχοιρος είναι σχεδόν παμφάγος. Τρώει έντομα, σαλιγκάρια, βατράχια, αυγά, φίδια, κουφάρια, μανιτάρια, χόρτα, ρίζες, μούρα, πεπόνια και καρπούζια. Ο αφγανικός σκαντζόχοιρος, όταν ξυπνάει από τη χειμέρια νάρκη τρέφεται βασικά με μούρα. Περιστασιακά έχουν ειδωθεί σκαντζόχοιροι να ψάχνουν για σκουλίκια μετά τη βροχή. Παρότι οι σκαντζόχοιροι του δάσους, οι πιο γνωστοί στους Ευρωπαίους, είναι κυρίως εντομοφάγοι, αυτό δεν ισχύει απαραίτητα για τα άλλα είδη.


Αναπαραγωγή και διάρκεια ζωής
Ανάλογα με το είδος, η περίοδος κύησης είναι 40-58 ημέρες. Στην αρχή του καλοκαιριού, το θηλυκό γεννά 3-6 μικρά (3-4 γεννούν τα μικρά είδη, και 5-6 τα μεγαλύτερα). Τα μικρά έχουν μέγεθος 6 εκατοστά, το χρώμα τους είναι λευκό γκριζωπό και τα αγκάθια τους είναι κοντά και μαλακά. Θηλάζουν ένα μήνα και ωριμάζουν σε μερικές εβδομάδες, αφού μάθουν να αναζητούν την τροφή τους μαζί με τη μητέρα τους. Όπως συμβαίνει σε πολλά ζώα, δεν είναι ασυνήθιστο ένας αρσενικός σκαντζόχοιρος να σκοτώνει τα νεογέννητα αρσενικά.
Υπάρχει κίνδυνος ο αρσενικός να τρυπηθεί από τα αγκάθια του θηλυκού κατά το ζευγάρωμα. Γι' αυτό το πέος του σκαντζόχοιρου είναι κοντά στο κέντρο της κοιλιάς του (συχνά φαίνεται σαν αφαλός) και το θηλυκό μπορεί να τυλίγει προς τα πάνω την ουρά του μέχρι που ο κόλπος του εξέχει από το υπόλοιπο σώμα του. Έτσι το αρσενικό δεν χρειάζεται να ανέβει τελείως πάνω στο θηλυκό όταν ζευγαρώνουν.
Οι σκαντζόχοιροι έχουν μεγάλη διάρκεια ζωής σχετικά με το μέγεθός τους (ένα ποντίκι ζει 2 έτη και ένας μεγάλος αρουραίος 3-5 έτη). Τα μεγαλόσωμα είδη σκαντζόχοιρου ζουν 4-7 χρόνια ελεύθερα (μερικά έχουν αναφερθεί ότι ζουν έως και 16 χρόνια). Τα μικρόσωμα είδη ζουν ελεύθερα 2-4 χρόνια και 4-7 χρόνια σε αιχμαλωσία. Στην αιχμαλωσία ζουν περισσότερο επειδή δεν υπάρχουν εχθροί και η δίαιτα είναι ελεγχόμενη.
Οικόσιτοι σκαντζόχοιροι
Οικόσιτος σκαντζόχοιρος χασμουριέται.Τα πιο συνηθισμένα είδη οικόσιτου σκαντζόχοιρου είναι υβρίδια του σκαντζόχοιρου με τη λευκή κοιλιά, ή με τα τέσσερα δάχτυλα (Atelerix albiventris) και του αλγερινού σκαντζόχοιρου (A. algirus). Αυτός είναι μικρότερος από τον ευρωπαϊκό σκαντζόχοιρο, κι έτσι μερικές φορές αποκαλείται αφρικανικός πυγμαίος σκαντζόχοιρος. Άλλα είδη που γίνονται κατοικίδια είναι ο αιγυπτιακός μακρώτις σκαντζόχοιρος (Hemiechinus auritus auritus) και ο ινδικός μακρώτις σκαντζόχοιρος (H. collaris).
Τα τρία αυτά είδη προτιμούν το θερμό κλίμα (μέση θερμοκρασία πάνω από 22 °C / 72 °F) και δεν πέφτουν σε χειμέρια νάρκη. Σε μερικές πολιτείες των ΗΠΑ και κάποιες κοινότητες του Καναδά, είναι παράνομο να έχει κανείς σκαντζόχοιρους για κατοικίδια. Τέτοιοι περιορισμοί δεν υπάρχουν στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.
Η αγορά κατοικίδιων σκαντζόχοιρων έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια. Πάντως είναι δύσκολο να έχει κανείς οικόσιτους σκαντζόχοιρους, γιατί παρουσιάζουν μικρή αντίσταση στις αλλαγές κλίματος και θερμοκρασίας και δεν μπορούν να προσαρμοστούν εύκολα σε κλειστό περιβάλλον.
Έλεγχος παρασίτων
ΣκαντζόχοιροςΟι σκαντζόχοιροι λειτουργούν ως ισχυρό παρασιτοκτόνο, καθώς ένας μόνο σκαντζόχοιρος μπορεί να κρατήσει ένα μέσου μεγέθους κήπο καθαρό από παράσιτα, τρώγοντας μέχρι και 200 γραμμάρια εντόμων κάθε βράδυ. Γι' αυτό, συνηθίζεται στην Αγγλία να προσπαθούν οι άνθρωποι να προσελκύσουν σκαντζόχοιρους στους κήπους τους με λιχουδιές και τρύπες στους φράχτες τους.
Ένα σχετικό πρόβλημα είναι η χρήση χημικών παρασιτοκτόνων. Ενώ ο σκαντζόχοιρος έχει ανοσία στα περισσότερα δηλητήρια, αυτή η ανοσία σταματά όταν χωνεύει έντομα που είναι γεμάτα δηλητήριο. Αυτό προκαλεί πολλούς θανάτους σκαντζόχοιρων, καθώς οι κατοικίδιοι τρώνε συχνά στα σπίτια τους δηλητηριασμένα έντομα. Στις περιοχές όπου οι σκαντζόχοιροι έχουν εισαχθεί, όπως η Νέα Ζηλανδία και τα νησιά της Σκωτίας, ο ίδιος ο σκαντζόχοιρος έχει γίνει ένα παράσιτο. Στη Νέα Ζηλανδία προκαλεί τεράστια ζημιά στα γηγενή είδη, στα οποία περιλαμβάνονται έντομα, σαλιγκάρια και πουλιά που φτιάχνουν τις φωλιές τους στο έδαφος. Λόγω υπερπληθυσμού, σκοτώνει περισσότερα έντομα από το επιθυμητό και επεκτείνει τη δίαιτά του σε σαλιγκάρια, σκουλήκια και αυγά καλοβατικών πτηνών.
Ασθένειες των σκαντζόχοιρων
Υπάρχουν πολλές ασθένειες που είναι κοινές στους σκαντζόχοιρους, και συχνά είναι θανατηφόρες, όπως καρκίνος, ασθένειες του ήπατος, καρδιαγγειακές ασθένειες, και σύνδρομο του τρεμουλιαστού σκαντζόχοιρου (wobbly hedgehog syndrome).
Ο καρκίνος στους σκαντζόχοιρους ξεκινά από τα οστά κι επεκτείνεται στα όργανα, σε αντίθεση με αυτό που συμβαίνει στους ανθρώπους. Οι ηπατικές και καρδιαγγειακές ασθένειες θεωρείται ότι προέρχονται από την κακή διατροφή: ο μεταβολισμός του σκαντζόχοιρου είναι σχεδιασμένος για έντομα, που έχουν λίγο λίπος και πολλές πρωτείνες, και η διατροφή με άλλες τροφές οδηγεί σε παχυσαρκία.
Το σύνδρομο του τρεμουλιαστού σκαντζόχοιρου μοιάζει με την σκλήρυνση κατά πλάκας που εμφανίζουν οι άνθρωποι. Ο σκαντζόχοιρος χάνει σιγά-σιγά τον έλεγχο των μυών του, και όταν προσπαθεί να σταθεί ακίνητος, τρέμει. Σιγά-σιγά χάνει τον έλεγχο των πνευμόνων και της καρδιάς του. Η βιταμίνη Ε καθυστερεί την εξέλιξη της νόσου, αλλά το αποτέλεσμα είναι παροδικό και απαιτείται όλο και μεγαλύτερη δόση.
Πως θα τον αναγνωρίσουμε: Είναι πασίγνωστο είδος. Χαρακτηριστικό γνώρισμα είναι οι ραχιαίες βελόνες και η ικανότητα να μετατρέπεται σε σφαίρα.
Οι σκαντζόχοιροι ξεχωρίζουν εύκολα από τα αγκάθια τους, που έχουν μήκος περίπου 2 εκατοστά και χρώμα απαλό κίτρινο με ραβδώσεις. Πρόκειται για τρίχες που έχουν γίνει σκληρές με κερατίνη. Τα αγκάθια αυτά δεν έχουν δηλητήριο και, αντίθετα με αυτά του αμερικανικού αναρριχητή ακανθόχοιρου (porcupine), μπορούν εύκολα να αφαιρεθούν από το ζώο. Καθώς ο σκαντζόχοιρος μεγαλώνει, κατά το πρώτο έτος της ηλικίας του, χάνει τα απαλά αγκάθια που είχε κατά τη γέννησή του και τα αντικαθιστά με μεγαλύτερα και σκληρότερα. Τα αγκάθια τα χάνει και από στρες ή ασθένεια.
Ο λαιμός, το πρόσωπο και η κοιλιά του σκαντζόχοιρου καλύπτονται από μαλακές τρίχες που έχουν χρώμα κιτρινωπό ή λευκωπό. Τα πόδια του έχουν δάχτυλα που καταλήγουν σε νύχια δυνατά και γαμψά. Το θηλυκό είναι λίγο πιο παχύ και πιο μακρύ από το αρσενικό και έχει πιο μακρύ ρύγχος (φυλετικός διμορφισμός). Οι σκαντζόχοιροι συνδέονται με τους ασπάλακες και άλλα εντομοφάγα, όπως οι μυγαλές, οι σωληνόδοντες και το deinogalerix το οποίο έχει εξαφανιστεί.

Νυχτερίδα

Νυχτερίδα (Pipistrellus nathusii)
Προστατεύεται από την οδηγία 92/43/ΕΟΚ (ως είδος υπό αυστηρή προστασία). Επίσης προστατεύεται από τη σύμβαση της Βέρνης (ως είδος της πανίδας υπό αυστηρή προστασία), από το Προεδρικό Διάταγμα 67/1981 (ως προστατευμένο είδος) και από το Κόκκινο Βιβλίο (ως είδος που κινδυνεύει).
Παρόλο που πετά, είναι θηλαστικό. Φωλιάζει σε σκοτεινά μέρη (σπηλιές, κοιλώματα και σχισμές βράχων, σε κορμούς δένδρων, κ.λ.π. Είναι νυχτόβιο ζώο. Τρώει κυρίως έντομα (μύγες, κουνούπια, πεταλούδες, κάμπιες, ακρίδες, τερμίτες, κ.λ.π.). Τα μεγάλα έντομα που δεν μπορούν να τα καταπιούν, τα καρφώνουν με το νύχι τους ή τα τοποθετούν σε ένα θύλακα της μεμβράνης ανάμεσα στην ουρά και τα πόδια. Καταβροχθίζουν τροφή ίση με το μισό του βάρους τους.
Πίνουν πολύ νερό περνώντας ξυστά πάνω από την επιφάνεια του ποταμού.
Οι προφυλαγμένες φωλιές, η νυχτερινή δραστηριότητα και ο αποικιακός τρόπος ζωής αποτελούν παράγοντες που συμβάλλουν στη διατήρηση των πληθυσμών.
Το πρωί όταν επιστρέφουν από το ολονύκτιο κυνήγι φαίνεται ότι κοιμούνται, όμως στην πραγματικότητα πέφτουν σε ένα είδος νάρκης (λήθαργος της ημέρας). Μένουν ακίνητες και ανεξάρτητα της θερμοκρασίας του περιβάλλοντος, η θερμοκρασία τους παραμένει χαμηλή, ενώ η αναπνοή επιβραδύνεται. Όταν ξυπνούν η θερμοκρασία τους ανεβαίνει απότομα μέσα σε ένα δεκάλεπτο.


Πως θα την αναγνωρίσουμε: Οι νυχτερίδες έχουν μετατρέψει τα μπροστινά πόδια σε όργανα κανονικής πτήσης. Τα δάκτυλα των μπροστινών ποδιών είναι πολύ μεγάλα και ενώνονται με μεμβράνες (τα πατάγια). Η μεμβράνη ενώνεται με τη ράχη και φθάνει μέχρι τον αστράγαλο των κάτω ποδιών. Μεταξύ των κάτω ποδιών και της ουράς υπάρχει ακόμη μια μεμβράνη. Έχουν στο κεφάλι ρύγχος που μοιάζει με της αλεπούς. Το πτερύγιο του αυτιού είναι μεγάλο, ευκίνητο, πάντα όρθιο και γυρισμένο προς τα εμπρός.

Λύγκας

Ο ευρασιατικός λύγκας(Lynx lynx) είναι ένα αιλουροειδές, σαρκοφάγο ζώο. Χαρακτηριστικό του είναι οι μαύρες τούφες στα αυτιά του. Μετά την αρκούδα και το λύκο είναι το τρίτο σε μέγεθος σαρκοφάγο ζώο της Ευρώπης.
Με μήκος σώματος 80-120 εκατοστά και ύψος μέχρι τους ώμους από 50 έως 70 εκατοστά, ο λύγκας είναι η μεγαλύτερη γάτα της Ευρώπης. Τα μπροστινά πόδια είναι 20 τοίς εκατό κοντύτερα από τα πίσω πόδια. Στην Κεντρική Ευρώπη ο αρσενικός Λύγκας ζυγίζει ανάλογα με την περιοχή, μεταξύ 20 και 25 κιλά, υπάρχουν και ελαφρύτερα ζώα που ζυγίζουν μόλις 14 κιλά αλλά και βαρύτερα που μπορούν να φτάσουν μέχρι 37 κιλά. Τα θηλυκά είναι κατά μέσο όρο 15 τοίς εκατό ελαφρύτερα από τα αρσενικά, συγκεκριμένα συνήθως μέσος όρος περίπου 15 έως 20 κιλά και σε ακραίες περιπτώσεις 12 το ελαφρύτερο και 29 το βαρύτερο. Είναι το μεγαλύτερο σε σχέση με τα άλλα τρία είδη λύγκα που υπάρχουν.



Κύρια χαρακτηριστικά του Λύγκα που το κάνουν να ξεχωρίζει από τα συγγενικά του είδη είναι τα μυτερά αυτιά, το φαρδύ και στρογγυλό κεφάλι, και η πολύ κοντή ουρά που κυμαίνεται σε μήκος μεταξύ 15 και 20 εκατοστά. με μαύρη απόληξη.
Επίσης διαθέτει μεγάλη γενειάδα με μακριές τρίχες, η λειτουργία της είναι ακόμη ασαφής, πιστεύετε ότι τα μουστάκια χρησιμεύουν ώς ένας ανακλαστήρας των ηχητικών πηγών.
Οι τρίχες στις άκρες των μυτερών τριγωνικών αυτιών είναι μέχρι πέντε εκατοστά σε μήκος για να ενισχυθεί η δυνατότητα εντοπισμού ηχητικών πηγών. Μελέτες έχουν δείξει ότι οι λύγκες αντιλαμβάνονται το θρόισμα ενός ποντικιού από απόσταση 50 μέτρων και μπορεί να ακούσει το πέρασμα ενός ζαρκαδιού 500 μέτρα μακριά.
Τα μάτια έχουν αμυγδαλωτό σχήμα με χρυσοκίτρινο, καφέ ή κίτρινο χρώμα.
Η όραση είναι το πιο σημαντικό αισθητήριο όργανο του λύγκα έξι φορές πιό ευαίσθητη σε σχέση με την ανθρώπινη, στο σκοτάδι και του επιτρέπει να κυνηγά κατά τη διάρκεια της νύχτας.
Η αίσθηση της όσφρησης παίζει δευτερεύοντα ρόλο.
Η πλήρης οδοντοστοιχία του λύγκα έχει 28 δόντια. Στις δύο πλευρές της άνω και κάτω γνάθου έχει τρεις κοπτήρες, με πολύ μυτερές και κοφτερές άκρες.
Η γούνα του λύγκα κατά την περίοδο του καλοκαιριού στο πάνω μέρος είναι κόκινογκρί με κίτρινο, ενώ κατά τη διάρκεια των χειμερινών μηνών σε γκρι-καφέ. και καφέ χρώμα. Το πηγούνι, το στήθος, η κοιλιά και ΄γενικά το κάτω μέρος του σώματος υπόλευκο γκρί σε κρέμ. Τα στίγματα στο τρίχωμα είναι διαφορετικά συνήθως πιό έντονα κατά τη διάρκεια του χειμώνα και πιο ανοιχτά το καλοκαίρι. Η γούνα του είναι από τίς πυκνότερες στο ζωικό βασίλειο.
Ψηλά πόδια πυκνό τρίχωμα επιτρέπει στον λύγκα να κυνηγάει με επιτυχία μέχρι και με μισό μέτρο χιόνι, όταν ξεπεράσει το ένα μέτρο το χιόνι αποτραβιέται σε περιοχές με λιγότερο χιόνι.
Σε ώριμη ηλικία ζουν μοναχικά ενώ το γεγονός ότι οι ήχοι τους είναι σπάνιοι και σιγανοί τους κάνει απαρατήρητους. Ο συνολικός τους πληθυσμός σήμερα φτάνει τα 7000 άτομα και χαρακτηρίζεται ως ΝΤ(near threatened).
O ευρασιατικός λύγκας τρέφεται με άγρια ζώα όπως ζαρκάδια, αγριόγιδα, λαγούς, αγριογούρουνα καθώς και τρωκτικά.



Ενδιαίτημα συνήθειες:Ο λύγκας προτιμά σαν ενδιαίτημα, μεγάλες δασικές εκτάσεις με πυκνή βλάστηση και αποφεύγει ανοιχτά μέρη κοντά σε οικισμούς. Ιδανικές συνθήκες κυνηγιού για τον λύγκα είναι πυκνά μεγάλα δάση με ενδιάμεσα ξέφωτα, βραχώδεις πλαγιές και λασπώδεις περιοχές.
Επίσης μπορεί να ζήσει και σε περιοχές με μεγάλα υψόμετρα έως και 2500 μέτρα, επίσης σε σε κατ 'εξοχήν άδενδρες περιοχές όπως τα υψίπεδα της Κεντρικής Ασίας τα βράχια και οι θάμνοι του παρέχουν επίσης επαρκή κάλυψη. Μελέτες που έγιναν σε περιοχές που έγινε επαναεγκαταστάτηση του λύγκα έχουν δείξει ότι κυνηγούν μεγάλο μέρος της λείας τους έξω από τα όρια περιοχής των δασών σε εντελώς γεωργικές εκτάσεις.
Κατά τη διάρκεια της ημέρας παραμένουν στις κρυψώνες τους και μπορεί να ανεχτούν αρκετά και την εγγύτητα προς τον άνθρωπο.
Μελέτες στη δυτική ρωσία και στην περιοχή των βαλκανίων έχουν δείξει ότι η επικράτεια του λύγκα είναι από 10 μέχρι 40 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Τα θηλυκά χρειάζονται μικρότερη επικράτεια από τα αρσενικά.
Την επικράτειά τους την σημαδεύουν με τα ούρα τους ή με το ξύσιμο στα δέντρα.
Συνήθως παραμονεύει και επιτίθετε αιφνιδιαστικά στα απρόσεχτα θύματά του, για να μην κινεί την υποψία στα θηράματά του, φροντίζει πάντα να αλλάζει περιοχή κυνηγιού μετά από μία επιτυχή έκβαση.
Μέχρι τον 19 αιώνα ο λύγκας είχε μεγάλη κατανομή στον ελληνικό χώρο, ενώ μετά ο πληθυσμός του άρχισε να συρρικνώνεται σημαντικά. Σημαντική μείωση του πληθυσμού παρατηρήθηκε και από το 1950 και μετά πιθανώς λόγω της καταστροφής των δασών, των οδικών δικτύων που καταστρέφουν τους βιοτόπους.
Το κυνήγι επίσης και ιδιαίτερα το λαθραίο είναι αυτό που στέρησε-στερεί την τροφή από το λύγκα.
Σήμερα υπάρχουν μερικές μαρτυρίες για εμφάνιση του λύγκα στο όρος Βόρρας καθώς και στη Βόρεια Πίνδο.



Πως θα το αναγνωρίσουμε: Έχει μήκος 1-1,3 μέτρα και ζυγίζει μέχρι 30 κιλά. Το τρίχωμά του είναι πυκνό και μακρύ, ανάλογα με την εποχή. Έχει χρώμα κιτρινοκόκκινο ή κοκκινοκαφέ. Τ' αυτιά του είναι μακριά και μυτερά, ενώ στην άκρη τους έχουν μια φούντα από μακριές τρίχες.
Κείμενο: Ζιάκας Ηλίας

Ιβηρικός Λύγκας Iberian-Lynx
Εχει όλες τις αρνητικές πρωτιές: είναι το πιο απειλούμενο αιλουροειδές στον κόσμο, ένα από τα πιο σπάνια θηλαστικά στον πλανήτη και βρίσκεται σε πολύ υψηλή θέση ως επικίνδυνος για εξαφάνιση, στην Κόκκινη Λίστα της Διεθνούς Ενωσης για τη Διατήρηση της Φύσης. Ο ιβηρικός λύγκας, μοναχικός και απόμακρος, ζει στην κόψη του ξυραφιού. Στενός συγγενής του ευρασιατικού λύγκα, που βρίσκεται στα Βαλκάνια, αλλά μικρότερος σε μέγεθος, περιπλανιέται στις θαμνώδεις και δασώδεις περιοχές της Ιβηρικής χερσονήσου, έχοντας όλο και λιγότερες ελπίδες επιβίωσης. Και από την Ιβηρική χερσόνησο εννοούμε πια μόνο την Ισπανία, αφού στην Πορτογαλία έχουν αρκετά χρόνια να τον δουν. Μια έρευνα που οργάνωσαν μάλιστα το 2002 δεν κατόρθωσε να εντοπίσει ούτε ένα ζώο.



Ο λύγκας είναι μια πολύ όμορφη… γάτα. Η γούνα του, με αποχρώσεις από ανοιχτό γκρι μέχρι καφέ- κίτρινο, έχει μαύρες βούλες (σαν τη λεοπάρδαλη). Τα μυτερά αυτιά, με δύο μαύρες φούντες, τα μελιά μάτια και τα μεγάλα μουστάκια χαρακτηρίζουν ένα ζώο με πραγματικά έξυπνο μουσούδι. Το μήκος του δεν είναι περισσότερο από 85 έως 110 εκατοστά και το ύψος του 60-70 εκατοστά, που σημαίνει ότι είναι σχεδόν διπλάσιος από την κλασική, οικόσιτη γάτα. Το αρσενικό είναι μεγαλύτερο από το θηλυκό και το βάρος του ξεκινά από περίπου 13 κιλά, αλλά μπορεί να φτάσει και τα 26. Οι άκρες των ποδιών του καλύπτονται από παχύ τρίχωμα, που το βοηθά να περπατά, χωρίς να γλιστράει στο χιόνι. Είναι δεινός αναρριχητής στα δέντρα και μπορεί να πηδάει αρκετά ψηλά ώστε να απειλήσει ένα πουλί που αρχίζει να πετάει.
Αγαπημένη του λιχουδιά είναι οι λαγοί, γι' αυτό και οι δύο επιδημίες που τους χτύπησαν τα τελευταία χρόνια κόστισαν πολύ στους ιβηρικούς λύγκες. Οταν δεν βρίσκει λαγούς, μπορεί να φάει ερπετά, τρωκτικά, πουλιά, και μερικές φορές ακόμα και μικρά ελάφια. Ο αρσενικός είναι αρκετά λιτοδίαιτος, αφού ένας λαγός είναι αρκετός για το ημερήσιο γεύμα του. Εκείνη που έχει μεγαλύτερες ανάγκες είναι η θηλυκιά κατά την εποχή που εγκυμονεί ή έχει μόλις γεννήσει. Αυτή χρειάζεται τρεις κάθε μέρα.
Οι λύγκες είναι μοναχικά ζώα, εκτός από τα θηλυκά που ζουν μαζί με τα μωρά τους. Είναι βασικά νυκτόβιοι, που σημαίνει ότι δραστηριοποιούνται κυρίως κατά το σούρουπο και την αυγή, ενώ τη μέρα ξεκουράζονται, αν και το χειμώνα προτιμάνε να κυνηγάνε μέρα.
Την εποχή της αναπαραγωγής η θηλυκιά αφήνει την περιοχή προς… άγραν αρσενικού. Η εγκυμοσύνη διαρκεί δύο μήνες, περίπου, και τα περισσότερα μικρά γεννιούνται Μάρτιο με Απρίλιο. Είναι απόλυτα εξαρτώμενα από τη μητέρα τους μέχρι να γίνουν 7-10 μηνών, αλλά μένουν μαζί της για άλλους δέκα μήνες περίπου.
Οι λύγκες που έχουν απομείνει ζουν σε δύο περιοχές της Ισπανίας, οι οποίες είναι αρκετά απομακρυσμένες μεταξύ τους, κι έτσι οι δύο πληθυσμοί είναι αποκομμένοι, πράγμα που τους κάνει ακόμη πιο ευάλωτους. Ο αριθμός τους έχει μειωθεί δραματικά και η εξαφάνισή τους θεωρείται ντροπή για τις χώρες της Ιβηρικής. Γι' αυτό και κάποιοι προσπαθούν να αλλάξουν την κατάσταση. Στην Πορτογαλία δραστηριοποιείται μια οργάνωση με τον τίτλο «SOS Lynx», ενώ στην Ισπανία υπάρχει ήδη ένα πρόγραμμα, που έθεσε σε εφαρμογή ομάδα Ισπανών επιστημόνων, και η Αστριντ Βάργκας, μια Ισπανο-Πορτορικανή βιολόγος, που είναι αφοσιωμένη στη διάσωση του λύγκα. Toν Μάρτιο του 2005, η πρώτη ελπίδα χαμογέλασε στην Ανδαλουσία, καθώς γεννήθηκαν τα τρία πρώτα μωρά σε αιχμαλωσία.
ΔΥΟ - ΤΡΙΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΞΕΡΕΤΕ
• Η θηλυκιά δεν πρόκειται να ζευγαρώσει αν δεν βρει μια ασφαλή περιοχή για να εγκατασταθεί. Αυτό ίσως συμβεί από τον πρώτο χειμώνα που θα μείνει μόνη της, αλλά μπορεί να της πάρει και τρία χρόνια ή ακόμα κι ολόκληρη ζωή…
• Ο λύγκας μπορεί να περιμένει επί ώρες το θήραμά του, κρυμμένος πίσω από ένα θάμνο ή ένα βράχο, μέχρι να φτάσει αρκετά κοντά ώστε να το πιάσει με λίγες δρασκελιές. Τρώει όσο χρειάζεται και το υπόλοιπο το θάβει, για να το έχει την επόμενη μέρα.
• Οι νεαροί λύγκες εγκαταλείπουν την περιοχή όπου γεννήθηκαν σε ηλικία 18-20 μηνών και χρειάζονται σχεδόν 6 μήνες μέχρι να βρουν το μέρος όπου θα εγκατασταθούν. Μαρκάρουν την περιοχή τους με ούρα, περιττώματα ή σημάδια από νύχια στους φλοιούς των δέντρων. Τα αρσενικά με επεκτατικές διαθέσεις συχνά συμπεριλαμβάνουν στην «επικράτειά» τους και περιοχές κάποιων θηλυκών. Αλλος αρσενικός απαγορεύεται αυστηρότατα.
• Η μητέρα μπορεί να αλλάξει ακόμα και 12 φωλιές μέχρι να βρει μια ασφαλή για τα μωρά της, μακριά από αρπακτικά.