Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

φτιάξτε οικολογικά σπορεία

Οι σπόροι πάντα αποτελούν οικονομικότατη και αποδοτική λύση, αλλά είναι κρίμα να τους φυτεύουμε εξ' αρχής σε γλάστρα και μετά να χρειάζεται να ξεριζώσουμε μερικά βλαστάρια για να τα αραιώσουμε, ώστε να μπορέσουν να αναπτυχθούν. Εμείς βρίκαμε ένα άκρως εντυπωσιακό τρόπο για να φτιάξετε σπορεία-μικρά γλαστράκια από εφημερίδες. Την ιδέα την βρίκαμε στο περιοδικό "The gardeners' world" και είναι εντυπωσιακά απλή κι έξυπνη. Ρίξτε μια πρώτη ματιά εδώ.
Ουσιαστικά παίρνουμε 5-6 φυλλά εφημερίδας και τα κόβουμε σε ισοϋψείς λωρίδες. Τις τιλύγουμε όλες μαζί γύρω από ένα κυλινδρικό αντικείμενο, πχ. κονσέρβα με πάστα ντομάτας, για να δώσουμε το επιθυμητό σχήμα και κολλάμε τα πλάγια με ταινία. Αφήνουμε και λίγη εφημερίδα να εξέχει από την κονσέρβα ώστε να μπορούμε να φτιάξουμε τον πάτο της γλάστρας, πιέζοντας προς τα μέσα τις εξοχές της εφημερίδας. Προσπαθούμε ώστε ο πάτος να γίνει όσο πιο επίπεδος γίνεται και χωρίς κενά, για να μην φεύγει το χώμα. Κολλάμε πάλι με ταινία κι έτοιμη η γλάστρα. Τη γεμίζουμε με χώμα, τοποθετούμε τους σπόρους της αρεσκείας μας και ποτίζουμε.

Τα πλεονεκτήματα είναι πολλά. Το χαρτί διατηρείται νωπό κι έτσι δεν αφυδατώνεται. Επίσης, οι ρίζες καθώς θα αναπτύσσονται θα διαπεράσουν το χαρτί-πράγμα φυσιολογικό- και τότε ήρθε η ώρα να μεταφυτέψουμε το φυτό. Το καλύτερο σημείο είναι ότι μπορούμε να το φυτέψουμε κατευθείαν μέσα στο χώμα, γιατί η εφημερίδα ανακυκλώνεται! Συνεπώς, με τα χάρτινα σπορεία συνεισφέρουμε και στη λιγότερη κατανάλωση του πλαστικού!!

ΣΤΗΝΟΝΤΑΣ ΕΝΑ ΣΥΣΤΗΜΑ ΑΥΤΟΜΑΤΟΥ ΠΟΤΙΣΜΑΤΟΣ

Πρόκειται να φύγετε για ταξίδι και ανησυχείτε για την τύχη των αγαπημένων σας λουλουδιών, που τόσο στοργικά διατηρείτε στο μπαλκόνι σας. Η καλύτερη λύση για σας είναι ένα σύστημα αυτόματου ποτίσματος. Ποτίζει τακτικά όσο εσείς λείπετε και διατηρεί ζωντανά τα πολυαγαπημένα σας φυτά κατά τη διάρκεια της απουσίας σας.

Εάν λοιπόν το σκέφτεστε σοβαρά να εγκαταστήσετε και εσείς ένα τέτοιο σύστημα ίσως βρείτε χρήσιμες τις παρακάτω υποδείξεις, που προέκυψαν από την προσωπική μου εμπειρία στο δικό μου μπαλκόνι.



ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ


1. Αποφύγετε την αγορά του συστήματος αν δεν έχετε πολλές γλάστρες. Η πραγματοποίηση της δαπάνης για 4 – 5 γλαστράκια δεν αξίζει.



2. Φροντίστε ώστε οι γλάστρες σας να έχουν παρόμοιο μέγεθος, γιατί οι συνήθεις ποτιστικοί σωλήνες δεν είναι τόσο εύκαμπτοι ώστε να μπορούν να γεφυρώσουν μεγάλες υψομετρικές διαφορές. Σε αντίθετη περίπτωση ομαδοποιείστε σε μια μεριά όλες τις ψηλές γλάστρες και από την άλλη τις κοντές και προσπαθήστε η μετάβαση να γίνεται όσο το δυνατόν πιο ομαλά.



3. Διατάξτε τα φυτά σας σε ευθεία και αποφύγετε κατά το δυνατόν γωνίες και περίπλοκους σχηματισμούς. Σκεφτείτε ότι για να πραγματοποιηθούν αυτοί, όπως και οι απότομες υψομετρικές διαφορές, απαιτούνται ειδικά τεμάχια (γωνίες, τάυ, στενώσεις κ.α) που ανεβάζουν δυσθεώρητα το κόστος.






4. Για να μην δεσμεύσετε μόνιμα τη βρύση του μπαλκονιού με το «μηχανάκι» του ποτίσματος σας προτείνω να εγκαταστήσετε ένα πλαστικό εξάρτημα διακλάδωσης, το οποίο μετατρέπει την μία βρύση σε δύο. Στην μία απ’ αυτές μπαίνει το ποτιστικό και η άλλη μένει ελεύθερη για πάσα χρήση.



ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ


  1. Εφόσον ακολουθήσατε τις παραπάνω οδηγίες σας προτείνω να τοποθετήσετε τον ποτιστικό σωλήνα κατευθείαν πάνω στις γλάστρες, χρησιμοποιόντας τα ειδικά στηρίγματα που μπήγονται στο χώμα, και να βάλετε τα μπεκ απευθείας πάνω του στις θέσεις που επιθυμείτε. Χρησιμοποιείστε περίπου 1 στήριγμα ανά μέτρο σωλήνα.
  2. Η διάταξη αυτή είναι απλούστερη και οικονομικότερη, έχει όμως το μειονέκτημα ότι δεν μας επιτρέπει να μετακινούμε τις γλάστρες. Αυτές πρέπει να είναι συνεχώς, στην θέση τους, κάτω ακριβώς από τα μπέκ και τα στηρίγματα του σωλήνα.
  3. Αν αυτό σας δημιουργεί πρόβλημα μπορείτε εναλλακτικά να εγκαταστήσετε κάπου σταθερά τον κύριο σωλήνα (δεμένο στο κάγκελο) και για κάθε γλάστρα ξεχωριστά να τοποθετήστε σε διακλάδωση μικρότερο εύκαμπτο σωληνάκι με το δικό του μπεκ. Έτσι θα μπορείτε να μικρο-μετακινείτε ανεξάρτητα κάθε φυτό ή να παίζετε με τα μεγέθη και τα ύψη των γλαστρών. Το σύστημα σας, όμως, θα γίνει αρκετά πιο σύνθετο και ακριβό.
  4. Από κει και πέρα η εγκατάσταση του συστήματος είναι πολύ απλή. Θα χρειαστείτε μόνο ένα μαχαίρι και ένα εργαλείο που ανοίγει τρύπες στον σωλήνα για τα μπεκ. Η διαδικασία έχει ως εξης:







a. Υπολογίζουμε και κόβουμε τον σωλήνα στο μήκος που μας χρειάζεται

b. Τον στηρίζουμε, με τα ειδικά πλαστικά στηρίγματα , στις γλάστρες

c. Κόβουμε, όπου απαιτείται διακλάδωση, και τοποθετούμε τα αναγκαία ειδικά τεμάχια και τους πρόσθετους σωλήνες.

d. Ανοίγουμε με το ειδικό εργαλείο τρύπες και τοποθετούμε τα μπεκ

e. Οδηγούμε τον σωλήνα στη βρύση (πιθανόν να χρειάζονται κάποιες γωνίες και επιπλέον κομμάτια σωλήνα)

f. Κουμπώνουμε, με ταχυσυνδέσμους, τον σωλήνα πάνω στο «μηχανάκι» και στη συνέχεια συνδέουμε και τα δύο μαζί πάνω στη βρύση

g. Με τις ειδικές τάπες του κατασκευαστή, σφραγίζουμε το άλλο – ελεύθερο- άκρο του σωλήνα

h. Τοποθετούμε την ηλεκτρική μπαταρία και το σύστημα είναι έτοιμο για χρήση.


ΛΕΙΤΟΥΡΓΊΑ

Έχετε υπ’ όψιν ότι οι ανάγκες των φυτών σε νερό ποικίλουν ανάλογα με το είδος και τον βαθμό ανάπτυξης του φυτού, το χώμα και το μέγεθος της γλάστρας, καθώς και τις εκάστοτε κλιματολογικές συνθήκες. Με αυτά τα δεδομένα καταλαβαίνει κανείς ότι το αυτόματο πότισμα, που ποτίζει σε τακτικά διαστήματα σταθερή ποσότητα νερού, καθόλου δεν αποτελεί μια μόνιμη και εσαεί αποτελεσματική λύση. Επ’ ουδενί δεν πρέπει να θεωρηθεί πανάκεια καθώς είναι πολύ εύκολο να δούμε τα φυτά μας να χαλάνε από το υπερβολικό νερό, τα πιατάκια να ξεχειλίζουν και το μπαλκόνι να πλημμυρίζει. Γι’ αυτό το λόγο πρέπει να έχουμε υπ’ όψιν ότι

1.Το καλύτερο πότισμα είναι αυτό που κάνουμε προσωπικά, με το χέρι


2. Όταν είμαστε παρόντες στο σπίτι καλό είναι να κλείνουμε το σύστημα

3. Αν δεν το κλείσουμε, χρειάζεται καθημερινή παρακολούθηση για αποφύγουμε δυσάρεστα ατυχήματα

4. Επιλέγουμε – ειδικά για τις συνήθεις γλάστρες – μικρά μπέκ ρυθμιζόμενης ροής και χαμηλής παροχής. Ιδεατά είναι όσα μπορούν και κλείνουν εντελώς και δίνουν παροχές 1-5lt/h

5. Επιλέγουμε συσκευές με δυνατότητα για μικρές διάρκειες ποτίσματος της τάξης του 1 min. Αποφύγετε πολύπλοκες συσκευές με σύνθετες δυνατότητες προγραμματισμού. Δεν σας χρειάζονται για το μπαλκόνι σας.

6. Τονίζουμε ότι η ποσότητα του ποτίσματος μπορεί να ρυθμιστεί από τα εξής τέσσερις σημεία:

a. Το πόσο ανοιχτά ή κλειστά είναι τα μπεκ

b. Την διάρκεια ποτίσματος που επιλέξαμε στον προγραμματιστή

c. Την συχνότητα ποτίσματος που επιλέξαμε στον προγραμματιστή

d. Το πόσο ανοιχτή ή κλειστή είναι η βρύση. (Μπορούμε να την κλείσουμε ελαφρώς αν θέλουμε να περιορίσουμε την παροχή)

7. Έχοντας επιλέξει λοιπόν μια μικρή διάρκεια ποτίσματος από τη συσκευή, προχωράμε στη ρύθμιση της ποσότητας του ποτίσματος σε κάθε γλάστρα, ξεκινώντας με πολύ επιφύλαξη, από χαμηλές παροχές και ανεβαίνοντας σιγά - σιγά. Η διαδικασία αυτή θα μας πάρει περίπου μια εβδομάδα

8. Παρακολουθούμε συνεχώς και αλλάζουμε τις παραμέτρους ποτίσματος ανάλογα με τις εκάστοτε συνθήκες. Θυμηθείτε ότι μετά το καλοκαίρι οι απαιτήσεις σε νερό μειώνονται, οπότε πρέπει να οπωσδήποτε μειώσουμε τόσο την διάρκεια όσο και την συχνότητα του ποτίσματος

9. Ελέγχουμε το φορτίο της μπαταρίας πριν λείψουμε από το σπίτι. Μια αφόρτιστη μπαταρία μπορεί να γίνει η αιτία να μην ποτίσει ποτέ το σύστημα ή, ακόμα χειρότερα, αφού ποτίσει να μην κλείσει στέλνοντας απεριόριστα νερό στο μπαλκόνι μας, με ότι συνεπάγεται αυτό

10. Υπενθυμίζουμε ότι οι καλύτερες ώρες για πότισμα είναι είτε νωρίς το πρωί ή μετά το σούρουπο.


ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ ΥΛΙΚΑ

· Διακλάδωση βρύσης

· Κατάλληλη συσκευή προγραμματισμού

· Ταχυσύνδεσμοι

· Κύριοι σωλήνες

· Στηρίγματα κύριων σωλήνων

· Λεπτά σωληνάκια (κατά περίπτωση αναγκαία)

· Στηρίγματα για τα σωληνάκια (κατά περίπτωση αναγκαία)

· Ειδικά τεμάχια /γωνίες, διακλαδώσεις κ.λ.π (κατά περίπτωση αναγκαία)

· Τάπες άκρου

· Κατάλληλα μπεκ

· Εργαλείο τοποθέτησης μπεκ



Όλα τα υλικά μπορεί κανείς να τα προμηθευτεί από οιποιδήποτε κατάστημα PRAKTIKER ή LEROY MERLIN.

Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι για ένα μπαλκόνι 10μ, με 25 περίπου γλάστρες και χρησιμοποιόντας υλικά GARDENA (από τα καλύτερα της αγοράς) το κόστος ανέρχεται στα 100-150€

Δευτέρα, 16 Μαΐου 2011

Μανούρι

Manouri




Είναι τυρί τυρογάλακτος και παρασκευάζεται στις περιοχές Θεσσαλίας, Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας από πρόβειο γάλα ή μίγμα πρόβειου με γίδινο. Παρασκευάζεται επίσης από μίγμα τυρογάλακτος και φρέσκου πλήρους γάλακτος η ακόμα από φρέσκια κρέμα γάλακτος. Παρουσιάζει μέγιστη υγρασία 60% και ελάχιστη λιποπεριεκτικότητα επί ξηρού 70%. Η συνεκτικότητά του χαρακτηρίζεται ως μαλακή με συμπαγή δομή. Η γεύση του είναι ευχάριστη, γλυκιά, με χαρακτηριστικό άρωμα. Οι καλύτερες ποιότητες προέρχονται από τυρόγαλα σκληρών τυριών.
Είναι τυρί χρώματος λευκού με κυλινδρικό σχήμα, χωρίς εξωτερικό περίβλημα. Η μάζα του είναι συμπαγής χωρίς τρύπες. Εμφανίζεται στην αγορά με διάφορες διαστάσεις και διάφορα βάρη.
Για την παρασκευή του χρησιμοποιείται τυρόγαλα, πρόσγαλα και κρέμα τα οποία πρέπει να προορίζονται για την παρασκευή του τυριού αυτού. Υποβάλλεται σε διήθηση ή φυγοκέντρηση για να απομακρυνθούν τυχόν κόκκοι πήγματος και στη συνέχεια εμπλουτίζεται με κρέμα πρόβειου ή γίδινου γάλακτος, ώστε να εξασφαλισθεί λιποπεριεκτικότητα τουλάχιστον 2,5%. Ακολουθεί θέρμανση υπό συνεχή ανάδευση μέχρι τους 88 - 90 οC εντός 40 - 45 λεπτών της ώρας. Όταν η θερμοκρασία του τυρογάλακτος φθάσει στους 70 - 75 οC προστίθεται 1% περίπου αλάτι και πρόβειο ή γίδινο γάλα ή κρέμα τους, σε αναλογία μέχρι 25%. Στους 80οC περίπου, εμφανίζονται οι πρώτες νιφάδες εξαιτίας αλλοδομής των πρωτεϊνών του ορρού, οπότε επιβραδύνεται σημαντικά ο ρυθμός ανάδευσης μέχρι πλήρους παύσης. Η θέρμανση εξακολουθεί μέχρι τους 88 - 90 οC. Στη συνέχεια μεταφέρεται σε υφασμάτινους σάκους κυλινδρικού σχήματος για στράγγιση. Η στράγγιση διαρκεί 4 - 5 ώρες. Μετά τη στράγγιση το τυρί μεταφέρεται σε ψυκτικούς θαλάμους συντήρησης, θερμοκρασίας 4 - 5 οC, για παραμονή μέχρι τη διάθεση του.

Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

Κρητική διατροφή

Άνθρωπος και διατροφή

Η υγεία του ατόμου είναι αποτέλεσμα των κληρονομικών του καταβολών, αλλά και των επιρροών που δέχεται από το περιβάλλον του. Ανάμεσα σε όλους τους περιβαλλοντικούς παράγοντες που επιδρούν στον οργανισμό μας (στους οποίες συμπεριλαμβάνεται το κάπνισμα, οι τοξίνες, η σωματική δραστηριότητα κ.α.), ο ρόλος της διατροφής είναι εξαιρετικά σημαντικός, καθώς η έκθεση στα τρόφιμα είναι συνεχής, σε όλη τη διάρκεια της ζωής μας. Έτσι, η διατροφή είναι ανάμεσα στους σημαντικότερους, αν όχι ο πιο σημαντικός, περιβαλλοντικός παράγοντας που επηρεάζει τον οργανισμό μας.[1]

Η διαμόρφωση διατροφικών προτύπων

Μέχρι πολύ πρόσφατα στην ιστορία του ανθρώπινου είδους, οι διάφοροι πληθυσμοί ήταν εξαρτώμενοι των τροφίμων που ήταν διαθέσιμα στο άμεσο περιβάλλον τους: των τροφίμων δηλαδή των οποίων η καλλιέργεια ή η διαθεσιμότητα ευνοούνταν από τις κλιματικές και οικολογικές συνθήκες του κάθε τόπου. Έτσι, οι διάφοροι πληθυσμοί κατάφεραν να επιβιώσουν και να αναπτυχθούν σε πολύ διαφορετικές μεταξύ τους κλιματικές και οικολογικές συνθήκες, οι οποίες οδήγησαν αντίστοιχα και στη διαμόρφωση διαφορετικών διαιτών και διατροφικών συνηθειών. Οι διάφορες δίαιτες αν και μπορούσαν να εξασφαλίσουν την καλή υγεία των ατόμων μέχρι την ηλικία της αναπαραγωγής, δεν συνδέονταν απαραίτητα με καλή υγεία και σε μεγαλύτερες ηλικίες, ή με τη μακροβιότητα. Έτσι τελικά, κατά της διάρκεια της ιστορίας του ανθρώπου στη γη, διάφοροι οικολογικοί, κοινωνικο-οικονομικοί και πολιτισμικοί παράγοντες συνετέλεσαν στη διαμόρφωση διαφορετικών συστημάτων διατροφής στις διάφορες περιοχές, με διαφορετικό όμως δυναμικό σε σχέση με την υγεία.[2]

Έρευνες για την κρητική διατροφή

Το νησί της Κρήτης είχε προσελκύσει το ενδιαφέρον την επιστημονικής κοινότητας ήδη από το 1948, τότε που ερευνητές από το Ίδρυμα Rockefeller των Ηνωμένων Πολιτειών, κλήθηκαν από την Ελληνική κυβέρνηση σε μια προσπάθεια να βελτιωθούν μεταπολεμικά οι «κακές» συνθήκες διαβίωσης στον πληθυσμό της Κρήτης. Στα πλαίσια αυτά πραγματοποιήθηκε λεπτομερής αξιολόγηση της δίαιτας των Κρητικών, η οποία προς έκπληξη των ερευνητών ήταν διατροφικά επαρκής, με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι οποίες περιορίζονταν στις περιοχές με πολύ χαμηλό εισόδημα και με πολύ μικρή παραγωγή τροφίμων από τις ίδιες τις οικογένειες.[3] Σε γενικές γραμμές οι ερευνητές συμπέραναν ότι «στο σύνολό τους, ο τρόπος διατροφής και οι διατροφικές συνήθειες ήταν υπερβολικά καλά προσαρμοσμένες στις φυσικές και οικονομικές πηγές της περιοχής, καθώς και στις ανάγκες των κατοίκων της».

Η μελέτη των επτά χωρών

Διάγραμμα 1. Η θνησιμότητα από στεφανιαία νόσο ανά 1000 άτομα στους πληθυσμούς που μελετήθηκαν στη Μελέτη των Επτά Χωρών, μετά από τα 25 έτη παρακολούθησης. Δίνεται ο μέσος όρος της θνησιμότητας για δύο πληθυσμούς που μελετήθηκαν από τη Φινλανδία, για τρεις πληθυσμούς που μελετήθηκαν από την Ιταλία, για 5 πληθυσμούς που μελετήθηκαν από τη Γιουγκοσλαβία και για 2 πληθυσμούς που μελετήθηκαν από την Ιαπωνία. Κανένας από τους επιμέρους πληθυσμούς δεν παρουσίαζε θνησιμότητα μικρότερη από την Κρήτη. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως και στην Ολλανδία, μελετήθηκε ένας πληθυσμός.
Η συσχέτιση της δίαιτας των κατοίκων της Κρήτης με την υγεία έγινε ευρέως γνωστή αργότερα, με τη μελέτη των Επτά Χωρών. Η μελέτη αυτή ξεκίνησε λίγο πριν το 1960 από τον Αμερικανό Ancel Κeys και τους συνεργάτες του, με αφορμή τα εντυπωσιακά χαμηλά ποσοστά θνησιμότητας αλλά και καρδιαγγειακών νοσημάτων που είχαν παρατηρηθεί στην περιοχή. Πράγματι, σύμφωνα με στοιχεία των Ηνωμένων Εθνών καμία άλλη περιοχή της Μεσογείου δεν είχε τόσο χαμηλά επίπεδα θνησιμότητας όσο η Κρήτη τόσο πριν, όσο και μετά, από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.[4] Στη μελέτη συμμετείχαν συνολικά περίπου 13.000 άνδρες, οι οποίοι επιλέχθηκαν από 16 διαφορετικές περιοχές επτά χωρών (Φιλανδία, Ολλανδία, Ιαπωνία, Ηνωμένες Πολιτείες, Ιταλία, Γιουγκοσλαβία και Ελλάδα), με στόχο να διερευνηθεί η ασαφής μέχρι τότε σχέση μεταξύ δίαιτας και εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων.
Οι συγκρίσεις μεταξύ των διαφόρων πληθυσμών έδειξαν ότι ο πληθυσμός της Κρήτης παρουσίαζε την καλύτερη κατάσταση υγείας και τα μικρότερα ποσοστά θνησιμότητας από στεφανιαία νόσο και καρκίνο, σε σχέση με όλους τους άλλους πληθυσμούς που μελετήθηκαν.[5][6][7][8] Μετά από 20 έτη παρακολούθησης οι Κρητικοί παρουσίαζαν τα μικρότερα ποσοστά θανάτων από όλες τις αιτίες,[9] ενώ μετά από 25 έτη παρακολούθησης οι θάνατοι από στεφανιαία νόσο στην Κρήτη ήταν εντυπωσιακά λιγότεροι σε σχέση με τους θανάτους που παρατηρήθηκαν στους πληθυσμούς από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Βόρεια Ευρώπη, αλλά ακόμη και συγκριτικά με τους θανάτους που παρατηρήθηκαν σε άλλες περιοχές της Νότιας Ευρώπης, όπως την Ιταλία, την Γιουγκοσλαβία και την Κέρκυρα.[10] Όπως φαίνεται στο Διάγραμμα 1 οι θάνατοι από στεφανιαία νόσο στην Ιταλία και τη Γιουγκοσλαβία ήταν σχεδόν τριπλάσιοι, ενώ στην Κέρκυρα ήταν σχεδόν διπλάσιοι των θανάτων που παρατηρήθηκαν στην Κρήτη.
Η μικρότερη συχνότητα στεφανιαίας νόσου και καρκίνου, αλλά και η μικρότερη θνησιμότητα από όλα τα αίτια που παρατηρήθηκαν στον πληθυσμό της Κρήτης αποδόθηκαν στις ιδιαίτερες συνήθειες διατροφής που χαρακτήριζαν την περιοχή αυτή.[11]

Η μελέτη "Lyon Heart"

Μετά τη μελέτη των Επτά Χωρών, οι γάλλοι ερευνητές Serge Renaud και Michel de Longeril έδειξαν στη μελέτη Lyon Heart Study ότι η χορήγηση Κρητικού τύπου δίαιτας σε ασθενείς που είχαν υποστεί οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου μείωσε το ποσοστό των θανάτων στους 27 μήνες μετά το επεισόδιο κατά 70%, συγκριτικά με τη χορήγηση της δίαιτας που συνιστούσε η Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία.[12][13] Επιπλέον, μετά από 4 έτη η δίαιτα Κρητικού τύπου σχετίστηκε με μείωση του ποσοστού των συνολικών θανάτων κατά 56% και με μείωση της συχνότητας καρκίνου κατά 61% [14].

Κρητική ή μεσογειακή διατροφή;

Οι παραδοσιακές δίαιτες των λαών της Μεσογείου ήταν το αποτέλεσμα σημαντικών εξελίξεων που συνέβησαν σε διάστημα δύο χιλιετιών με βασικές επιρροές από τους Έλληνες, τους Άραβες, τους Ασιάτες και τους Αμερικανούς.[15] Περίπου 20 χώρες, αρκετά ετερογενείς μεταξύ τους μπορούν να χαρακτηριστούν ως Μεσογειακές, οι διατροφικές συνήθειες των οποίων ποικίλλουν λόγω θρησκευτικών, οικονομικών και πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων. Έτσι, ο όρος «Μεσογειακή διατροφή» είναι σε κάποιο βαθμό παραπλανητικός, αφού στην πραγματικότητα δεν υπάρχει μία, αλλά πολλές Μεσογειακές δίαιτες.
Ο όρος «Μεσογειακή διατροφή», με τον τρόπο που χρησιμοποιείται σήμερα, ουσιαστικά εισήχθη από τους επιστήμονες της διατροφής για να περιγράψει τη δίαιτα της Κρήτης, αλλά και τις δίαιτες άλλων περιοχών της Μεσογείου οι οποίες παρουσίαζαν κοινά χαρακτηριστικά με αυτήν, κατά τις δεκαετίες του 1950 και 1960, όταν είχαν πια ξεπεραστεί οι συνέπειες του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, αλλά και πριν την άφιξη της κουλτούρας του γρήγορου φαγητού. Επειδή το ελαιόλαδο ήταν η βασική πηγή λίπους στη δίαιτα των Κρητικών, ο όρος «Μεσογειακή διατροφή» ουσιαστικά περιγράφει το διατροφικό πρότυπο εκείνο που επικρατούσε στις περιοχές της Μεσογείου στις οποίες καλλιεργούνταν παραδοσιακά τα ελαιόδενδρα.[16]

Τα χαρακτηριστικά της κρητικής διατροφής

Αν θέλαμε να αποτυπώσουμε αδρά τη διατροφή των Κρητικών στη δεκαετία του 1960, θα λέγαμε ότι πυρήνα της διατροφής αποτελούσαν τα τρόφιμα από φυτικές πηγές, ενώ τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης είχαν περισσότερο περιφερειακό χαρακτήρα. Σε γενικές γραμμές καταναλώνονταν εποχιακά τρόφιμα που υφίστανται ελάχιστη ή και καθόλου επεξεργασία, τα οποία ήταν προϊόντα της ευρύτερης περιοχής.
Φρέσκα και αποξηραμένα φρούτα, όσπρια, λαχανικά, ενδημικά άγρια χόρτα και αρωματικά φυτά, μη επεξεργασμένα δημητριακά και ξηροί καρποί, των οποίων την καλλιέργεια ευνοούσε το κλίμα της περιοχής, καταναλώνονταν σε αφθονία και αποτελούσαν τη βάση της διατροφής των Κρητικών την περίοδο αυτή. Γαλακτοκομικά προϊόντα καταναλώνονταν καθημερινά σε χαμηλές έως μέτριες ποσότητες. Πουλερικά και ψάρια καταναλώνονταν σε εβδομαδιαία βάση σε μέτριες ποσότητες, ενώ αντίθετα το κόκκινο κρέας καταναλωνόταν μόνο λίγες φορές μέσα στο μήνα. Τη βασική πηγή λίπους στη διατροφή αποτελούσε το ελαιόλαδο, το οποίο χρησιμοποιούνταν τόσο στις σαλάτες, όσο και στην παρασκευή των φαγητών, σε αντίθεση με τις χώρες της Βόρειας Ευρώπης στις οποίες καταναλώνονταν κυρίως ζωικά λίπη. Ένα ακόμη βασικό χαρακτηριστικό της διατροφής της Κρήτης το 1960 ήταν η μέτρια κατανάλωση αλκοόλ, κυρίως με τη μορφή του κόκκινου κρασιού που συνόδευε τα γεύματα. Τέλος, σύνηθες καθημερινό επιδόρπιο αποτελούσαν τα φρέσκα φρούτα, ενώ διάφορα παραδοσιακά γλυκά με βάση το μέλι καταναλώνονταν λίγες φορές μέσα στην εβδομάδα [17].

Διαφοροποιήσεις με δίαιτες άλλων χωρών τις Μεσογείου

Η Κρητική διατροφή του 1960 παρουσιάζει διαφοροποιήσεις σε σχέση με δίαιτες άλλων περιοχών της Μεσογείου κατά της ίδια περίοδο. Συγκεκριμένα, στη μελέτη των Επτά Χωρών φάνηκε ότι στην Κρήτη η κατανάλωση ελαιολάδου, οσπρίων, φρούτων και πατάτας ήταν υψηλότερη συγκριτικά με την κατανάλωση των τροφίμων αυτών στη Νότια Ιταλία. Από την άλλη, το κόκκινο κρέας, το ψάρι και τα δημητριακά καταναλώνονταν σε μικρότερες ποσότητες [18].

Διατροφική ισορροπία

Αρχικά, η προστατευτική επίδραση της Κρητικής διατροφής στην υγεία αποδόθηκε στην υψηλή περιεκτικότητά της σε μονοακόρεστα λιπαρά, λόγω της καθημερινής χρήσης του ελαιολάδου, και στη χαμηλή περιεκτικότητά της σε κορεσμένα λιπαρά, λόγω της χαμηλής κατανάλωσης κόκκινου κρέατος. Πλέον είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε ότι αυτό το διατροφικό σχήμα παρουσιάζει και άλλα σημαντικά χαρακτηριστικά, αφού πρόκειται για μια διατροφή που όταν καταναλώνεται σε επαρκείς ποσότητες παρέχει όλα τα απαραίτητα μικροθρεπτικά συστατικά (δηλαδή τις βιταμίνες και τα ανόργανα στοιχεία), ενώ είναι πλούσια σε ω-3 λιπαρά οξέα, σε φυτικές ίνες, σε αντιοξειδωτικά συστατικά και σε διάφορα φυτοχημικά, τα οποία ασκούν σημαντικές δράσεις σε διάφορες λειτουργίες, επηρεάζοντας με θετικό τρόπο την υγεία του οργανισμού [19].

Ο ρόλος της νηστείας στην κρητική διατροφή

Στη χαμηλή κατανάλωση τροφίμων ζωικής προέλευσης που παρατηρήθηκε στην Κρήτη στη μελέτη των Επτά Χωρών φαίνεται ότι συνέβαλε και το γεγονός ότι οι Κρητικοί την περίοδο αυτή ακολουθούσαν σε μεγάλο βαθμό τις νηστείες που υπαγορεύονται από την Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία [20]. Έτσι, η χαμηλή κατανάλωση κόκκινου κρέατος και γαλακτοκομικών προϊόντων δεν μπορεί να αποδοθεί μονάχα σε οικονομικούς παράγοντες, καθώς πάρα τα χαμηλά εισοδήματα των κατοίκων, η πλειοψηφία του πληθυσμού παρήγαγε τα δικά της ζωικά και φυτικά προϊόντα. Κατά τη διάρκεια των περιόδων νηστείας όμως τα ζωικά προϊόντα φυλάσσονταν για να καταναλωθούν σε περιόδους μη νηστείας και η παράδοση αυτή πέρα από τη συμβολή της στην καλύτερη υγεία ήταν σημαντική και για την οικολογική και περιβαλλοντική ισορροπία.
Η ορθόδοξη εκκλησία ορίζει διάφορες περιόδους νηστείας, οι οποίες συνολικά ανέρχονται σε 180-200 ημέρες κατά τη διάρκεια όλου του έτους. Κατά συνέπεια πρόκειται για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα το οποίο συνέβαλε σημαντικά στη συνολική διατροφική πρόσληψη.

Η κρητική διατροφή ως τρόπος ζωής

Όταν αναφερόμαστε στην Κρητική διατροφή του 1960 θα πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη ότι αυτή καταναλωνόταν σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό πλαίσιο και αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι ενός συνολικότερου τρόπου ζωής. Πέρα από τις συγκεκριμένες επιλογές τροφίμων, διάφοροι άλλοι παράγοντες ενδεχομένως συνέβαλλαν στις ευεργετικές δράσεις της διατροφής αυτής στην ανθρώπινη υγεία.

Σωματική δραστηριότητα

Ένας από τους παράγοντες αυτούς είναι η σωματική δραστηριότητα, καθώς στη μελέτη των Επτά Χωρών φάνηκε ότι το 62% των ανδρών από την Κρήτη έκαναν έντονη σωματική δραστηριότητα καθημερινά, ενώ μόνο το 7% αυτών έκανε καθιστική ζωή ή μόνο κάποια ελαφριά δραστηριότητα. Η έντονη σωματική δραστηριότητα, η οποία σχετιζόταν με τις αναγκαστικές μετακινήσεις αλλά και το είδος της εργασίας, φαίνεται ότι συνέβαλλε και στα χαμηλά ποσοστά σωματικού λίπους των ανδρών από την Κρήτη σε σχέση με τους άλλους πληθυσμούς [21]. Έτσι, ο συνδυασμός της Κρητικής διατροφής με την τακτική σωματική δραστηριότητα καθιστούσε εφικτή τη διατήρηση ενός υγιούς βάρους.

Σταθερές ώρες γευμάτων

Πέρα όμως και από την άσκηση, σημαντική παράμετρος του τρόπου ζωής των Κρητικών, αλλά και άλλων Μεσογειακών λαών, ήταν οι σταθερές ώρες των γευμάτων [22]. Τα τακτικά γεύματα που συμβαίνουν σε συγκεκριμένες ώρες κάθε μέρα φαίνεται ότι βοηθούν τον οργανισμό να ρυθμίσει πιο αποτελεσματικά την πρόσληψη τροφής με τέτοιο τρόπο ώστε να καλύπτονται οι ενεργειακές απαιτήσεις, χωρίς όμως να συμβαίνει υπερκατανάλωση φαγητού [23].

Τα γεύματα κομμάτι της κοινωνικής ζωής

Τέλος, είναι σημαντικό το γεγονός ότι τα γεύματα αποτελούσαν αφορμή για τη συνεύρεση της οικογένειας, αλλά και για ευρύτερες κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, και αποτελούσαν μια ευχάριστη κοινωνική εμπειρία [24]. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό αν λάβουμε υπόψη ότι σήμερα ένα μεγάλο ποσοστό ανθρώπων καταναλώνει φαγητό μπροστά στην τηλεόραση, συνήθεια η οποία σχετίζεται με υπερκατανάλωση φαγητού, τόσο στους ενήλικες όσο και στα παιδιά [25]. Συγκεκριμένα για τα παιδιά έχει διατυπωθεί η υπόθεση ότι η παρακολούθηση τηλεόρασης την ώρα του γεύματος είναι ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που έχει συμβάλλει στην επιδημία της παιδικής παχυσαρκίας [26].

Κρητική διατροφή και υγεία

Από την κρητική στη μεσογειακή διατροφή και στις πρόσφατες ανακαλύψεις σε σχέση με διάφορα χρόνια νοσήματα και δείκτες υγείας

Με βάση τη διατροφή της Κρήτης το 1960 ορίστηκε από τους επιστήμονες της υγείας και της διατροφής το πρότυπο της Μεσογειακής διατροφής το οποίο έχει αποτελέσει αντικείμενο έντονης επιστημονικής αναζήτησης τα τελευταία έτη. Τα αποτελέσματα των μελετών υποδεικνύουν ότι τα άτομα που υιοθετούν αυτό το διατροφικό πρότυπο παρουσιάζουν μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης διαφόρων χρόνιων νοσημάτων, ενώ διάφοροι δείκτες υγείας παρουσιάζονται βελτιωμένοι στα άτομα αυτά. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό καθώς, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, το 60% των συνολικών θανάτων παγκοσμίως οφείλονται σε χρόνια νοσήματα και η υιοθέτηση συμπεριφορών που σχετίζονται με έναν υγιεινό τρόπο ζωής, όπως η διατροφή, μπορεί να μειώσει την εμφάνιση των νοσημάτων αυτών σε πολύ μεγάλο βαθμό (www.who.int). Ενδεικτικά αναφέρεται ότι ο υγιεινός τρόπος ζωής σχετίζεται με 83% μείωση της συχνότητας εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων, με 91% μείωση της συχνότητας εμφάνισης διαβήτη στις γυναίκες και με 71% μείωση της συχνότητας εμφάνισης καρκίνου του παχέος εντέρου στους άνδρες. Κατά συνέπεια, με βάση τα δεδομένα αυτά η επιστροφή στον παραδοσιακό τρόπο διατροφής, θα πρέπει να ιδωθεί ως επείγουσα ανάγκη από όλους μας.
Στις παρακάτω ενότητες αναφέρονται συνοπτικά κάποια μόνο από τα πολλά αποτελέσματα των ερευνών των τελευταίων ετών πάνω στο ρόλο της Μεσογειακής πλέον διατροφής στην υγεία. Παρουσιάζονται μόνο αποτελέσματα από μελέτες στις οποίες αξιολογήθηκε η Μεσογειακή διατροφή ως σύνολο, και όχι μεμονωμένα συστατικά αυτής.
Οτιδήποτε αναφέρεται ισχύει και για την Κρητική διατροφή του 1960, αφού η Μεσογειακή διατροφή ορίστηκε με βάση αυτήν. Αντίθετα, δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί το ίδιο εύκολα κανείς ότι η διατροφή άλλων χωρών της Μεσογείου κατά την ίδια περίοδο συνδέεται με τα ίδια οφέλη στην υγεία.

Μακροβιότητα

Το γήρας είναι αποτέλεσμα των βιολογικών αλλαγών που προκύπτουν από τη συσσώρευση μη αναστρέψιμων βλαβών στα κύτταρα του οργανισμού και η διατροφή αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που επηρεάζουν την πορεία της διαδικασίας αυτής [27]. Πρώτα η μελέτη των Επτά Χωρών και στη συνέχεια και άλλες μελέτες έδειξαν ότι η Κρητική, και αργότερα η Μεσογειακή διατροφή, συμβάλλουν στην επιβράδυνση της γήρανσης και στη μακροβιότητα. Τα άτομα που υιοθετούν τη Μεσογειακή διατροφή παρουσιάζουν μεγαλύτερο χρόνο ζωής, μειωμένη θνησιμότητα από όλα τα αίτια, αλλά και ειδικότερα μειωμένη θνησιμότητα τόσο από στεφανιαία νόσο, όσο και από καρκίνο [28].

Καρδιαγγειακά νοσήματα

Τα καρδιαγγειακά νοσήματα αποτελούν αυτή τη στιγμή την πρώτη αιτία θανάτου παγκοσμίως, και ανάμεσα σε αυτά η στεφανιαία νόσος, με βασική κλινική εκδήλωση το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, κατέχει την πρώτη θέση [29]. Η μελέτη των Επτά Χωρών ήταν η πρώτη που έδειξε τη σχέση μεταξύ Κρητικής διατροφής και στεφανιαίας νόσου, αλλά τα ευρήματα αυτά επιβεβαιώθηκαν και σε αρκετές επόμενες μελέτες [30]. Πέρα από τη στεφανιαία νόσο και το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, η Μεσογειακή διατροφή έχει φανεί να ασκεί προστατευτική δράση και στην εμφάνιση εγκεφαλικών επεισοδίων (Fung et al. 2009). Επίσης, η υιοθέτηση Μεσογειακής διατροφής έχει σχετιστεί με χαμηλότερα επίπεδα αρτηριακής πίεσης [31] και σε κάποιες μελέτες με μειωμένη συχνότητα εμφάνισης υπέρτασης [32].
Η υιοθέτηση της διατροφής αυτής έχει φανεί να σχετίζεται και με χαμηλότερα επίπεδα διαφόρων δεικτών που αυξάνουν τον κίνδυνο για καρδιαγγειακά νοσήματα, όπως τα επίπεδα ομοκυστεΐνης και τα επίπεδα διαφόρων δεικτών φλεγμονής [33].

Παχυσαρκία

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας το 1/3 των ενήλικων ατόμων παγκοσμίως μπορούν να χαρακτηριστούν ως υπέρβαρα και το 1/10 ως παχύσαρκα [34]. Τα ποσοστά αυτά καθιστούν την παχυσαρκία ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα για τη δημόσια υγεία, αφού πρόκειται για τον 6ο πιο σημαντικό παράγοντα για την εμφάνιση ασθενειών παγκοσμίως. Αν και η σχέση της Μεσογειακής διατροφής με την παχυσαρκία είναι ακόμη υπό διερεύνηση και τα συμπεράσματα προς το παρόν ασαφή, σε κάποιες μελέτες έχει φανεί ότι τα άτομα που ακολουθούν διατροφή Μεσογειακού τύπου έχουν χαμηλότερο βάρος [35], αλλά και μικρότερη εναπόθεση λίπους στην περιοχή της κοιλιάς [36]. Το τελευταίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό καθώς η συσσώρευση σπλαχνικού λίπους αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση μεταβολικών διαταραχών που προδιαθέτουν για διαβήτη και καρδιαγγειακά νοσήματα. Επίσης, η υιοθέτηση της διατροφής αυτής έχει φανεί να σχετίζεται με μείωση του ρυθμού αύξησης του βάρους και της εμφάνισης παχυσαρκίας με την πάροδο των ετών [37].

Διαβήτης τύπου ΙΙ και μεταβολικό σύνδρομο

Τα αυξημένα ποσοστά παχυσαρκίας που παρατηρούνται τα τελευταία έτη έχουν οδηγήσει και σε αντίστοιχα αυξημένα ποσοστά εμφάνισης μεταβολικού συνδρόμου και διαβήτη [38]. Το μεταβολικό σύνδρομο αποτελεί μια πολύ συχνή πλέον διαταραχή η οποία αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης τόσο διαβήτη, όσο και καρδιαγγειακών νοσημάτων, και χαρακτηρίζεται από την παχυσαρκία κεντρικού τύπου, τα αυξημένα επίπεδα γλυκόζης, τα αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων, τα αυξημένα επίπεδα αρτηριακής πίεσης και τα χαμηλά επίπεδα της καλής HDL χοληστερόλης [39]. Η υιοθέτηση Μεσογειακής διατροφής έχει σχετιστεί με μειωμένη συχνότητα εμφάνισης μεταβολικού συνδρόμου [40], αλλά και διαβήτη [41]. Επιπλέον, σε διαβητικούς ασθενείς, η υιοθέτηση Μεσογειακής διατροφής έχει σχετιστεί με καλύτερο έλεγχο της νόσου [42], ενώ η χορήγηση Μεσογειακής διατροφής σε ασθενείς που μόλις είχαν διαγνωσθεί με διαβήτη φάνηκε να καθυστερεί την έναρξη της φαρμακευτικής θεραπείας [43].

Καρκίνος

Η υιοθέτηση Μεσογειακού τύπου διατροφής έχει φανεί να σχετίζεται με μείωση του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου γενικά [44], αλλά και με μείωση της συχνότητας εμφάνισης καρκίνου σε διάφορες θέσεις. Έτσι, έχει φανεί να σχετίζεται με μείωση της συχνότητας εμφάνισης καρκίνου στην ανώτερη αναπνευστική οδό και συγκεκριμένα στη στοματική κοιλότητα, στο φάρυγγα [45], στον οισοφάγο [46] και στον λάρυγγα [47]. Επιπλέον, έχει φανεί να σχετίζεται με μείωση του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του μαστού [48] και ορθοκολικού καρκίνου [49].
Έχει υπολογιστεί ότι πάνω από 25% των περιπτώσεων ορθοκολικού καρκίνου, πάνω από 15% των περιπτώσεων καρκίνου του μαστού και πάνω από 10% των περιπτώσεων καρκίνου του προστάτη, του παγκρέατος και του ενδομητρίου θα μπορούσε να προληφθεί με την υιοθέτηση της παραδοσιακής Μεσογειακής διατροφής [50].

Νόσος Alzheimer και Parkinson

Πολύ πρόσφατες μελέτες υποστηρίζουν ότι η Μεσογειακή διατροφή σχετίζεται και με τις νόσους Alzheimer και Parkinson, των οποίων η συχνότητα αυξάνεται τα τελευταία έτη. Η υιοθέτηση της Μεσογειακής διατροφής έχει φανεί να μειώνει τη συχνότητα εμφάνισης και των δύο διαταραχών, καθώς και τη θνησιμότητα από τη νόσο Alzheimer [51].

Ελαιόλαδο

Ελαιόλαδο (ή απλώς λάδι) ονομάζεται στα Ελληνικά το λάδι που προέρχεται από τους καρπούς της ελιάς.
Το ελαιόλαδο είναι βασικό στοιχείο της μεσογειακής διατροφής και θεωρείται προϊόν υγιεινής διατροφής λόγω της περιεκτικότητάς του σε μονοακόρεστα λιπαρά. Είναι το έλαιο των καρπών της ελιάς. Εξάγεται με έκθλιψη των ελιών, οι οποίες πρέπει να συλλέγονται πριν από την τελική τους ωρίμανση, όταν δηλαδή έχουν χρώμα πράσινο-βιολετί, καθώς η ποιότητα του λαδιού τους είναι πολύ καλύτερη από αυτήν του λαδιού που εξάγεται από τους τελείως ώριμους καρπούς[εκκρεμεί παραπομπή]. Οι ελιές συλλέγονται με τα χέρια ή, όταν είναι τελείως ώριμες, με τίναγμα του δέντρου. Αποθηκεύονται σε ξύλινα δοχεία ή σε σωρούς, σε καλά αεριζόμενους χώρους για να αποφευχθεί η ζύμωση.

 

Παραγωγή και επεξεργασία

Το λάδι παράγεται στα ελαιουργεία, με ψυχρή ή θερμή συμπίεση καρπού ελιάς. Σε αρκετές περιπτώσεις, στη συνέχεια γίνεται φιλτράρισμα με διηθητικά μέσα.
Τα σύγχρονα ελαιουργεία είναι ανεξάρτητες βιομηχανίες οι οποίες διαθέτουν άφθονο νερό για τον καθαρισμό και την επεξεργασία των ελιών. Οι διάφοροι χώροι του ελαιουργείου αερίζονται καλά, είναι στεγνοί και έχουν θερμική μόνωση. Υπάρχουν, ωστόσο, ορισμένα μικρά ελαιουργεία προσαρτημένα στα αγροκτήματα, όπου η επεξεργασία γίνεται με τα παραδοσιακά συστήματα• οι αγρότες τα ονομάζουν λιαρούβια ή λιοτρίβια.
Στα ελαιουργεία η επεξεργασία αρχίζει με το ζύγισμα, τον διαχωρισμό και το πλύσιμο των ελιών. Οι ελιές, που έχουν τοποθετηθεί σε ξύλινα τελάρα μεταφέρονται με αναβατόρια σε μια μεγάλη λεκάνη η οποία βρίσκεται σε ένα ύψωμα του ελαιουργείου. Από εκεί πέφτουν με χοανοειδείς αγωγούς στο ελαιοτριβείο, που αποτελείται από θραυστήρες ή μυλόλιθους. Μετά την πρώτη σύνθλιψη και έκθλιψη εξάγεται το πρώτο λάδι και παραμένει ο ελαιοπολτός. Ο ελαιοπολτός μεταφέρεται σε ένα δεύτερο ελαιοπιεστήριο (πίεση με ανερχόμενο κύλινδρο), από το οποίο εξάγεται το δεύτερο λάδι. Τέλος, πραγματοποιείται μια τρίτη έκθλιψη, από την οποία συγκεντρώνονται σε λεκάνες τα υπολείμματα του ελαιοκάρπου (πυρήνα ή ελαιοπλακούντες). Στη συνέχεια, η πυρήνα διοχετεύεται σε λέβητες, όπου αναδεύεται και θερμαίνεται έως τους 80-90 βαθμούς Κελσίου.
Στο στάδιο αυτό, με τη βοήθεια ισχυρών υδραυλικών πιεστηρίων, εξάγεται και άλλο λάδι από τους ελαιοπλακούντες (πυρήνα), το οποίο καθορίζεται από το ίζημα (μούργα) με αυτόματο διαχωρισμό μέσα σε δεξαμενές (λίμπες, υπολήναια) και, κατόπιν, σε ταχύστροφους φυγοκεντρικούς ελαιοδιαχωριστήρες. Στα ελαιουργεία υπάρχουν επίσης δεξαμενές όπου συγκεντρώνονται οι μούργες και τα νερά του πλυσίματος των ελιών. Αυτά, αφού παραμείνουν στις δεξαμενές περίπου για 20 ημέρες, περνούν από φυγοκεντρικό διαχωριστήρα και δίνουν πυρηνέλαια που είναι κατάλληλα για την παρασκευή σαπουνιών. Τα υγρά υπολείμματα (κατσίγαρος) αποξηραίνονται και χρησιμοποιούνται ως λιπάσματα, ως νομή ζώων ή ως καύσιμη ύλη. Στην τελευταία αυτή περίπτωση συσπειρώνονται με πίσσα σε κύβους, σε θερμοκρασία 70 βαθμών κελσίου.
Ανάλογα με τον τύπο του μηχανικού εξοπλισμού, το σύστημα επεξεργασίας, την ποιότητα και την εποχή της συγκομιδής των ελιών, μπορούν να προκύψουν στα ελαιουργεία διαφορετικά δευτερεύοντα προϊόντα ή διαφορετικό λάδι από τις πυρήνες (πυρηνέλαιο), από τις ζυμωμένες ελιές, από τα υπολείμματα της σάρκας των καρπών κλπ. Τα ελαιόλαδα που κυκλοφορούν στο εμπόριο διακρίνονται σε φυσικά βρώσιμα και σε βιομηχανικά. Τα πρώτα διακρίνονται σε αγουρέλαια και σε έλαια πρώτης, δεύτερης ή τρίτης ποιότητας. Η μέση απόδοση από 100 κιλά ελιών, που κυμαίνεται ανάλογα με την ποιότητα, το έτος και το σύστημα επεξεργασίας, είναι περίπου 15-25 κιλά λάδι, 35-50 κιλά ελαιοπυρήνα και 35-50 κιλά υπολείμματα.
Ένα μπουκάλι ελαιόλαδο

Εξευγενισμός του ελαιόλαδου

Η επεξεργασία αυτή πραγματοποιείται σε ελαιόλαδο κατώτερης ποιότητας, τα οποία έχουν δυσάρεστη οσμή και γεύση, επειδή περιέχουν ελεύθερα λιπαρά οξέα. Χάρη στον εξευγενισμό (ραφινάρισμα), ο οποίος μπορεί να πραγματοποιηθεί με φυσικές ή χημικές μεθόδους, τα ελαιόλαδα αποκτούν χαρακτηριστικά και γεύση παρόμοια με του καθαρού λαδιού. Εάν στο ελαιόλαδο, εκτός από τα ελεύθερα λιπαρά οξέα, υπάρχουν και ακαθαρσίες (ρητινώδεις ουσίες, πρωτεΐνες ή υπολείμματα φυτικών ιστών) για τον εξευγενισμό απαιτείται μετάγγιση, πλύσιμο, διύλιση και αφαίρεση με διαλύτες και διαδοχικές διηθήσεις της ελαιώδους διάλυσης με επανάκτηση του διαλύτη. Το θειούχο ελαιόλαδο, εκχύλισμα με τον θειούχο άνθρακα, είναι πράσινο και έχει δυσάρεστη οσμή. Γι' αυτό χρησιμοποιείται στην παρασκευή πράσινου σαπουνιού ή, αν δεν έχει πολύ μεγάλη οξύτητα, εξευγενίζεται και χρησιμοποιείται ως εδώδιμο.

Ιστορικά στοιχεία

Στον ελληνικό χώρο έχουν βρεθεί αφενός πιεστήρια για παραγωγή λαδιού από τις ελιές και αφετέρου δοχεία (πιθάρια) αποθήκευσης λαδιού που χρονολογούνται πριν από τα ιστορικά χρόνια.
Σύμφωνα με τις ανασκαφές που πραγματοποίησε στο πρωτοκυκλαδικό ΙΙ (2.700-2.300 π.Χ.) νεκροταφείου Σπεδού το 1903 ο Κλωνός Στέφανος μεταξύ των άλλων ευρημάτων αναφέρεται σε ένα επάργυρο πήλινο αγγείο το οποίο έφερε ίχνη αλλοιωμένου ελαιολάδου. Η επισταμένη έρευνα στο χημείο του Εθνικού Πανεπιστημίου υπό τον καθηγητή Κ. Ζεγγέλη απέδειξε, πέραν αμφισβητήσεως, την ύπαρξη ελαιόλαδου. Ο Κλώνος Στέφανος (στα Πρακτικά της Αρχαιολογικής Εταιρείας ΠΑΕ 1906) σημειώνει ότι μαζί μετο επάργυρο πήλινο αγγείο βρέθηκε τριπλός πήλινος λύχνος ελαίου. [1]
Οι χρήσεις του λαδιού, εκτός από τη χρήση του στις τροφές ήταν:
  • για φωτισμό (λύχνοι)
  • για τα αρώματα (αρωματικά λάδια)
  • σαν συντηρητικό
  • για περιποίηση του σώματος / καθαρισμό
  • στη βυρσοδεψία

Παραγωγές χώρες

Οι μεσογειακές χώρες είναι από τους σημαντικότερους παραγωγούς ελαιολάδου στον κόσμο, με την Ελλάδα, την Ισπανία και την Ιταλία να παράγουν τις μεγαλύτερες ποσότητες[εκκρεμεί παραπομπή]. Η Ισπανία παράγει μεγαλύτερες ποσότητες ελαιολάδου από τις άλλες δύο, ενώ η Ελλάδα παράγει πιο ποιοτικό ελαιόλαδο από τις άλλες δύο μεσογειακές χώρες[εκκρεμεί παραπομπή].

Ποιότητες

Σύμφωνα με την ισχύουσα ποιοτική κατάταξη «παρθένο ελαιόλαδο» είναι: το έλαιο που λαμβάνεται μόνο με μηχανικές μεθόδους ή άλλες φυσικές επεξεργασίες, με συνθήκες που δεν προκαλούν αλλοίωση του ελαίου και τα οποία δεν έχουν υποστεί καμία άλλη επεξεργασία, πλην της πλύσης, της μετάγγισης, της φυγοκέντρισης και της διήθησης. Εξαιρούνται τα έλαια που λαμβάνονται με διαλύτες, με βοηθητικές ύλες παραλαβής που έχουν χημική ή βιοχημική δράση, ή με μεθόδους επανεστεροποίησης ή πρόσμιξης με έλαια άλλης φύσης. Επομένως, το «παρθένο ελαιόλαδο» είναι το λάδι ‘φυσικός χυμός’, το οποίο περιέχει ανέπαφα όλα τα βασικά συστατικά που περιείχε και μέσα στον ελαιόκαρπο (βιταμίνες, ιχνοστοιχεία, μικροστοιχεία κτλ) και κατ’ επέκταση εκείνο που έχει όλες τις ευεργετικές για την υγεία ιδιότητες.
Τα «παρθένα ελαιόλαδα» κατατάσσονται και ταξινομούνται αναλυτικά με τις ακόλουθες ονομασίες, ανάλογα με την περιεκτικότητά τους σε ελεύθερα λιπαρά οξέα (οξύτητα) και με κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που προβλέπονται για την κάθε κατηγορία:
  • Εξαιρετικό Παρθένο Ελαιόλαδο (οξύτητα ≤0,8%)
  • Παρθένο Ελαιόλαδο (οξύτητα ≤2,0%)
  • Ελαιόλαδο Λαμπάντε (οξύτητα >2,0%) (είναι ακατάλληλο για κατανάλωση ως έχει και προορίζεται για ραφινάρισμα ή για βιομηχανική χρήση).

Μπαχαρικό


Μπαχαρικά
Το μπαχαρικό είναι το αποξηραμένο τμήμα ενός φυτού που περιέχει αρωματικές, πικάντικες και καυστικές ουσίες. Είναι γνωστό και με τις ονομασίες καρύκευμα και μυρωδικό.
Τα μπαχαρικά μπορεί να είναι φύλλα, σπόρια, καρποί, ρίζες, βολβοί και φλοιοί. Περιλαμβάνονται στις αρτυματικές ύλες και σύμφωνα με τον Ελληνικό κώδικα τροφίμων και ποτών αυτές είναι εκείνες που έχουν έντονο άρωμα και γεύση και η προσθήκη τους στα τρόφιμα γίνεται για να τους προσδώσουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και για να βελτιώσουν τη γεύση τους. Πολλά από τα μπαχαρικά έχουν και αντιοξειδωτικές ιδιότητες και αντικαθιστούν τα διάφορα συντηρητικά που σε πολλές περιπτώσεις βλάπτουν την υγεία του ανθρώπου. Αλλά όμως απαγορεύεται αυστηρά η χρήση των μπαχαρικών σε τρόφιμα που έχουν αλλοιωθεί για να καλύψουν τη δυσάρεστη οσμή και γεύση τους.

Ιστορία

Το εμπόριο των μπαχαρικών είναι από τα αρχαιότερα και είχαν ανοιχθεί ολόκληρες εμπορικές οδοί για τη μεταφορά τους από την Ασία στην Ευρώπη. Τα μπαχαρικά χρησιμοποιούνταν για την παρασκευή ελαίων, φαρμάκων, αφροδισιακών και διαφόρων τελετουργιών. Αρχαία βιβλία ιατρικής και βοτανολογίας αναφέρουν τα μπαχαρικά σαν σπουδαία φάρμακα στην θεραπεία διαφόρων ασθενειών.Τα θεωρούσαν ακριβά σαν δώρα και τα εκτιμούσαν ιδιαίτερα.
Το 2000 π.Χ. υπάρχουν αναφορές για εμπόριο μπαχαρικών, ενώ στη Βίβλο αναφέρεται ότι μεγάλο τμήμα της τεράστιας περιουσίας του βασιλιά Σολομώντα οφείλεται στην πώληση μπαχαρικών. Η Αραβία υπήρξε τεράστιο κέντρο διακίνησης μπαχαρικών και οι άραβες έμποροι απέκρυπταν την πηγή παραγωγής τους. Η Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου κατά την περίοδο της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας έγινε διεθνές εμπορικό κέντρο μπαχαρικών δεχόμενη τα μπαχαρικά από την Ινδία που στη συνέχεια προωθούνταν στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Γύρω στο 10ο μ.Χ. αιώνα η Βενετία έγινε κέντρο εμπορίου και διακίνησης. Στα τέλη του 15ου αιώνα οι Ευρωπαίοι προσπάθησαν να σπάσουν το μονοπώλιο της Βενετίας και να ανοίξουν νέους δρόμους προς τις χώρες παραγωγής μπαχαρικών. Οι Πορτογάλοι θαλασσοπόροι έφεραν μπαχαρικά από την Ινδία περνώντας το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας. Το γεγονός αυτό και η παράκαμψη των μουσουλμανικών χωρών δημιούργησε νέα δυναμική, οδήγησε στην ανακάλυψη νέων χωρών και δημιούργησε τεράστια εμπορική κίνηση μεταξύ Ευρώπης και Άπω Ανατολής.

Χρήσεις, Προέλευση

Οι χρήσεις των μπαχαρικών είναι πολλές. Στη μαγειρική είναι απαραίτητο συστατικό σχεδόν κάθε συνταγής. Τα αιθέρια έλαια που εξάγονται από τα μπαχαρικά χρησιμοποιούνται στην αρωματοποιία, στην παρασκευή σαπουνιών, καλλυντικών και πολλών άλλων. Τα φυτά από τα οποία προέρχονται τα μπαχαρικά είναι αυτοφυή ή καλλιεργούνται. Τα σπουδαιότερα μπαχαρικά είναι :
1.-Πιπέρι. Το γνωστότερο από τα μπαχαρικά, προέρχεται από το φυτό πέπερι. Έχει ιδιαίτερα καυστική γεύση και σχεδόν σε όλες τις συνταγές είναι απαραίτητη η προσθήκη του. Αρωματίζει και δίνει νόστιμη γεύση στα φαγητά. Υπάρχουν 2 είδη: το μαύρο και το λευκό.

Λευκό και Μαύρο πιπέρι
2.-Τσίλι-Καγιέν. Προέρχονται από νωπούς ή αποξηραμένους καρπούς των ειδών πιπεριάς άνουμ και φρούτεσκενς. Δίνουν καυτερή, πικάντικη γεύση σε διάφορα φαγητά, σούπες και σάλτσες.
3.-Καυτερή- γλυκιά πάπρικα-μπούκοβο. Από ποικιλίες πιπεριάς, μπαχαρικά χρήσιμα σε αρωματισμό φαγητών, στην παρασκευή λουκάνικων, σαλτσών κ.λ.π.
4.-Ρίγανη. Σημαντικό μπαχαρικό προέρχεται από αποξηραμένα φύλλα και άνθη του ομώνυμου φυτού. Χρησιμοποιείται κυρίως στην μαγειρική αλλά και ως αφέψημα, το οποίο αναφέρεται ως εξαιρετικό κατά του βήχα.
5.-Σκόρδο. Αποξηραμένο και τριμμένο σε σκόνη χρησιμοποιείται σαν μπαχαρικό και δίνει ωραία γεύση σε πολλά φαγητά.
6.-Άνηθος. Οι χλωροί βλαστοί του φυτού χρησιμοποιούνται στον αρωματισμό διαφόρων φαγητών.
7-Δάφνη. Τα φύλλα του δέντρου σαν φρέσκα ή αποξηραμένα χρησιμοποιούνται στον αρωματισμό κοκκινιστών, σε σούπες κ.λ.π.
8.Κύμινο. Οι αποξηραμένοι καρποί του φυτού χρησιμοποιούνται στον αρωματισμό φαγητών, κυρίως πιάτων ανατολίτικης κουζίνας.
9.-Σουσάμι ή σησάμι. Τα σπόρια του φυτού έχουν μεγάλη οικονομική σημασία. Έχουν πολλές χρήσεις στη μαγειρική, αρτοποιία, ζαχαροπλαστική και στην παρασκευή ελαίου, χαλβά, ταχινιού κ.λ.π.
10.-Γαρίφαλο. Σημαντικό καρύκευμα, προϊόν του δέντρου γαριφαλόδενδρο, χρήσιμο για τον αρωματισμό πολλών τροφών και με πολλές χρήσεις στη ζαχαροπλαστική, αρτοποιία.
11.-Βασιλικός. Στη μαγειρική χρησιμοποιούνται κυρίως αποξηραμένα φύλλα της πλατύφυλλης ποικιλίας το άρωμα των οποίων μοιάζει λίγο με αυτό του γλυκάνισου. Αρωματίζει διάφορα ψητά, σαλάτες, βραστά, κοκκινιστά, σούπες κ.τ.λ.

Βασιλικός αποξηραμένος
12.-Δυόσμος. Τα αποξηραμένα ή χλωρά φύλλα του φυτού έχουν χρήσεις στη μαγειρική και στην παρασκευή αφεψήματος.
13.-Γλυκάνισο Τα σπόρια του φυτού χρησιμοποιούνται στην αρτοποιία, έχουν δε εξαιρετικές χωνευτικές ιδιότητες. Ακόμα έχουν χρήσεις στην παρασκευή αλκοολούχων ποτών, απαραίτητα στην παρασκευή του ούζου και ορισμένες φορές και του τσίπουρου.
14.-Δενδρολίβανο. Οι τρυφεροί βλαστοί και τα φύλλα του δενδρολίβανου χρησιμοποιούνται σαν αρωματικό σε πολλά φαγητά. Στα ψητά δίνει μία ιδιαίτερη γεύση. Στη ζαχαροπλαστική το χρησιμοποιούν κυρίως στα γλυκά του κουταλιού. Έχουν ένα ευχάριστο άρωμα που μοιάζει με αυτό του τσαγιού και η γεύση του είναι ελαφρώς πικρή και λίγο καυτερή.
15.-Κανέλα. Από τα πιο γνωστά και κοινά μπαχαρικά, βγαίνει από το φλοιό του κανελόδενδρου και χρησιμοποιείται στη ζαχαροπλαστική, στα λικέρ στη μαγειρική για τον αρωματισμό των φαγητών και στην αρωματοποιία.

Κανέλα
16.-Σινάπι. Οι σπόροι του φυτού χρησιμοποιούνται στην παρασκευή της μουστάρδας.
17.-Μοσχοκάρυδο. Οι σπόροι του δέντρου της μοσχοκαρυδιάς, με έντονο άρωμα και χρήσεις στην αρτοποιία, ζαχαροπλαστική, στην παρασκευή λουκάνικων, αρωματισμό κρεατικών και άλλες.
18. Κάρυ: Πρόκειται για μία αρκετά πικάντικη σκόνη, που παρασκευάζεται από κόλιανδρο, κύμινο, σπόρους μάραθου, κουρκουμά, κόκκους πιπεριού και κόκκινη καυτερή πιπεριά.
19. Τζίντζερ: Χαρίζει πικάντικο άρωμα στο ψάρι, το ψωμί και τα γλυκά

Αποθήκευση, Παγκόσμια παραγωγή

Τα μπαχαρικά πρέπει να διατηρούνται σε ξηρά μέρη χωρίς υγρασία έτσι ώστε να είναι καλή η ποιότητα τους. Οι συσκευασίες αποθήκευσης πρέπει να είναι άοσμες και τα μπαχαρικά να μην παραμένουν πολύ καιρό συσκευασμένα γιατί αλλοιώνεται η γεύση και τα χαρακτηριστικά τους. Η Ινδία είναι πρώτη στον κόσμο σε παραγωγή μπαχαρικών. Ακολουθούν η Ινδονησία,η Τουρκία,η Γαλλία, η Αργεντινή, το Μεξικό και η Μαλαισία.