Σάββατο, 12 Μαρτίου 2011

Μάρτιος στο κτήμα μας

Αν κάνει ο Μάρτης δυο νερά, κι ο Απρίλης άλλο ένα, χαρά σε εκείνον το ζευγά που 'χει πολλά σπαρμένα.

Σπέρνουμε: Ντομάτες, καρότα, παντζάρια, ραπανάκια, αντίδια, σπανάκια, σέσκλα, σέλινο, μαϊντανό, άνηθο, κόλιανδρο.

Φυτεύουμε: Πατάτες, κλίματα

Μεταφύτευουμε: Ντομάτες, πιπεριές, μελιτζάνες σε θερμοκήπιο, πράσα στο χωράφι.

Συγκομιδή: Λεμόνια, πορτοκάλια, μανταρίνια, νεράντζια, περγαμότα , μαρούλια, μπρόκολα, κουνουπίδια, χλωρά κρεμμύδια-σκόρδα, ραδίκια, ζοχούς, ρόκα, σπανάκι, σέσκλα, λάπατα, σινάπια, βρούβες, τσουκνίδες, καυκαλίθρα, μάραθο, σέλινο, μαϊντανό, σπαράγγια, οβριές.

Δεντροκομικές εργασίες το μήνα Μάρτιο
Οι δεντροκομικές εργασίες γίνονται πολλές και επείγουσες κυρίως όταν ο καιρός αρχίζει να γίνεται θερμός και ξηρός. Στους οπωροκήπους επισπεύδονται οι εμφυτεύσεις των αειθαλών είτε και των φυλλοβόλων οπωροφόρων στους ορεινούς και ψυχρούς ή υγρούς τόπους. Αυτές για να πετύχουν πρέπει να ποτίζονται συχνά και να προφυλάσσονται από την απότομη ξηρασία της ανοίξεως αλλά και από τους βόρειους ανέμους, αλλιώς η ευδοκίμηση των φυτειών αποβαίνει αμφίβολη ή ανέφικτη.
Τα κλαδέματα των πυρηνοκάρπων είναι ανάγκη να τερματίζονται εγκαίρως και πριν την έναρξη της ανθίσεως. Εφαρμόζονται οι προσδέσεις των κλάδων, οι διανοίξεις ή κυρτώσεις και τα αναγκαία κλαδέματα για την ενδυνάμωση ή εξασθένιση των δέντρων.
Επίσης πρέπει να εκτελείται και ένα ελαφρό όργωμα ή σκάλισμα γύρω από τα δέντρα, από τη μία για τον αερισμό των ριζών τους και από την άλλη για καταστροφή των αναπτυσσόμενων ζιζανίων.
Στα σπορεία και φυτώρια εξακολουθούν οι μεταφυτεύσεις των νεαρών δενδρυλλίων σε αραιότερες αποστάσεις, οι εμφυτεύσεις των μοσχευμάτων κυδωνιάς, συκιάς, ροδιάς, φιστικιάς κλπ. καθώς και η εφαρμογή των καταβολάδων.
Εφ όσον ο καιρός τυγχάνει να είναι ευνοϊκός μπορούν να γίνουν σπορές των προ βλαστημένων ήδη σπόρων, όπως αμυγδάλων, βερίκοκων, δαμάσκηνων, καρυδιών κερασιών και άλλων και περί το τέλος του μηνός και των μηλιών, αχλαδιών, κερασιών κλπ. λεπτών σπόρων.
Στους θερμούς τόπους με την έναρξη της κυκλοφορίας των χυμών ξεκινούν οι εγκεντρισμοί δια σχισμής, και κατόπιν δια στεφανίτου, και ενοφθαλμισμοί δια βλασταίνοντας οφθαλμού, δια εμβολίων κομμένων και διατηρημένων από τον Ιανουάριο-Φεβρουάριο. Τα επιτυχημένος εμβολιασμένα υποκείμενα από το προηγούμενο φθινόπωρο, κόβονται 8-10 πόντους άνωθεν των εμβολίων.
Το ίδιο δεν πρέπει να παραμελείται η καταπολέμηση των διαφόρων ασθενειών.
Σε όλα τα οποροφόρα και ειδικότερα στις ροδακινιές, πριν την άνθηση ενεργείτε ο πρώτος ή δεύτερος ψεκασμός με βορδιγάλλειο πολτό, για την πρόληψη του εξώασκου κλπ. κρυπτογαμικών παρασίτων, όπως το κορίνεο , το σάπισμα των καρπών. Τα ψωριόντα δέντρα ψεκάζοντε επίσης για πρώτη ή δεύτερη φορά με διάλυση πετρελαιοσάπωνου ή θειασβεστίου ή με χειμερινό πολτό.

Πηγή: Πλήρης οδηγός του Δενδροκαλλιεργητού-Παράρτημα "Γεωργικού δελτίου" μηνός Ιουλίου 1937

Βότανα
Φυτεύουμε από μικρά παρακλάδια, ρίγανη, μέντα, φασκόμηλο, αψιθιά, θυμάρι, δενδρολίβανο, απήγανο.
Είναι η εποχή να μαζέψουμε άνθη καλέντουλας και να τα αποξεράνουμε.
Το ίδιο και με τα άνθη του μποράνγκο.



Για σπόρο: Δεν παραλείπουμε να αφήσουμε να ανθίσουν τα καλύτερα λαχανικά από τα μπρόκολα, κουνουπίδια, μάπες, μαρούλια, για να κρατήσουμε το δικό μας σπόρο.

Γενικές εργασίες και φροντίδες
Σκαλίζουμε τα λαχανικά μας και τα λιπάρουμε με φουσκί, κομπόστα ή βιολογικό λίπασμα κατά προτίμηση.Ξεβοτάνισμα ζιζανίων από τα κηπευτικά μας, αλλά και συγκομιδή και αποξήρανση των ωφέλιμων όπως η τσουκνίδα. Ψεκάζουμε αναλόγως με χειμερινό πολτό, θειάφι ή χαλκό τα δένδρα, το αμπέλι ή τα κηπευτικά μας . Ετοιμάζουμε το χωράφι μας για να είναι έτοιμο για την καλοκαιρινή καλλιέργεια μας. Μαζεύουμε φύλλα και υλικά για την κομπόστα μας.
Σκαλίζουμε όταν τα ζιζάνια είναι μικρά ακόμα και εφαρμόζουμε κομπόστα και εδαφοκάλυψη.

Τα πρώιμα κουκιά και μπίζα έχουν αρχίσει να δένουν καρπό.

Φτιάχνω παρτέρια για καλλιέργεια λαχανικών

Ξεκινώντας την καλλιέργεια κηπευτικών στην αρχή έκανα πάρα πολλά λάθη. Ένα από τα πιο σημαντικά ήταν ότι πολλές φορές έσπερνα και μεταφύτευα φυτά χωρίς την κατάλληλη επεξεργασία του εδάφους και φυσικά δεν εννοώ το όργωμα. Οι παλιοί αγρότες και καλλιεργητές πάντα έσπερναν και καλλιεργούσαν τα κηπευτικά τους διαμορφώνοντας το έδαφός τους στα λεγόμενα στρώματα, κρεβάτια ή αυλάκια. Η σωστή διαμόρφωση του εδάφους πριν την καλλιέργεια είναι απαραίτητη και απο τις πιό βασικές εργασίες.
Αν και η κατασκευή τους απαιτεί μια αρχική επένδυση χρόνου και κόπου, θα σας ξεπληρώσουν με πολλούς τρόπους στη συνέχεια.
Τα υπερυψωμένα στρώματα είναι ένα μεγάλο βήμα προς την επιτυχία του βιολογικού κήπου.

Τα υπερυψωμένα στρώματα:
-Ελαχιστοποιούν την συμπίεση του εδάφους, γιατί ποτέ δεν πατάτε το μέρος που καλλιεργείται
-Έχουν καλύτερη διαθεσιμότητα οξυγόνου για τις ρίζες των φυτών, γιατί υπάρχει μικρή συμπίεση εδάφους
-Στραγγίζουν καλύτερα, γιατί υπάρχει μικρή συμπίεση εδάφους
-Είναι ευκολότερα στο φύτεμα, το ξεβοτάνισμα, και την διατήρηση, γιατί δεν υπάρχει συμπίεση εδάφους
-Έχουν μεγαλύτερη σοδειά, λόγω της καλύτερης διείσδυσης αέρα, νερού και φωτός και επίσης μεγαλύτερα ποσοστά βλαστικότητας των σπόρων για τις πρώιμες σπορές και καλλιέργειες
-Επιτρέπουν πρώιμη και όψιμη φύτευση καθώς ζεσταίνονται νωρίτερα την άνοιξη και κρατάνε την ζέστη περισσότερο το φθινόπωρο
-Επιτρέπουν μεγαλύτερη ανάπτυξη των ριζών, λόγω της μικρής συμπίεσης του εδάφους, της καλής στράγγισης και της διάχυσης του οξυγόνου
-Εξοικονομούν χώρο, μια και τα φυτά μπορούν να φυτευτούν σε μικρότερες αποστάσεις, καθώς δεν χρειάζεστε χώρο για να περπατάτε γύρω τους

Η καλύτερη μέθοδος είναι να κατασκευάσετε ένα περικλεισμένο υπερυψωμένο στρώμα ύψους 20 εκατοστών περίπου που θα σας επιτρέπει να περπατάτε και να δουλεύεται άνετα γύρω από αυτό στις πλευρές του ενώ θα φυτεύετε ή θα ξεβοτανίζετε. Οι καλύτερες διαστάσεις για το υπερυψωμένο στρώμα είναι 1.40 επί 4.20 μέτρα. Αυτό το μέγεθος είναι ιδανικό για να φτάνετε εύκολα το κέντρο του στρώματος χωρίς να πατάτε στο έδαφος ή να τεντώνετε το χέρι σας πολύ μακριά.
Βασικό ρόλο παίζει ο τρόπος κατασκευής των υπερυψωμένων στρωμάτων-αυλακιών. Αφού έχουμε δουλέψει σκάβοντας ή φρεζάροντας το επίπεδο έδαφος καλά το πολύ μέχρι 10 εκατοστά, ανασηκώνουμε το χώμα από τα αυλάκια που θα φτιάξουμε μεταξύ των υπερυψωμένων στρωμάτων και το ρίχνουμε πάνω σε αυτά. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα το χώμα των στρωμάτων που θα φυτέψουμε τα φυτά μας να είναι αφράτο σε βάθος περίπου το διπλάσιο, κάτι που θα διευκολύνει την ανάπτυξη των ριζών πολύ ευκολότερα γιατί το έδαφος θα είναι πιο μαλακό και δουλεμένο σε βάθος.
Αν φυσικά έχετε την δυνατότητα μπορείτε να κατασκευάσετε μόνιμα περικλειόμενα υπερυψωμένα παρτέρια ύψους μέχρι 40 εκατοστά, που θα σας επιτρέπουν να κάθεστε πάνω σε αυτά και να δουλεύεται πιο ξεκούραστα και είναι και πιο όμορφα από αισθητικής απόψεως. Για να τα κατασκευάσουμε πρέπει να χρησιμοποιήσουμε διάφορα μη τοξικά υλικά, όπως η πέτρα, τα τούβλα, τα κομμάτια από τσιμέντο, ή ακατέργαστο ξύλο, που είναι φυσικά ανθεκτικό στο σάπισμα, όπως ο κέδρος, το κυπαρίσσι ή η ψευδακακία. Σε έναν λαχανόκηπο δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείτε οποιαδήποτε επεξεργασμένη ξυλεία. Στην πραγματικότητα, από το 1984 έχει εκδοθεί απόφαση, με την οποία απαγορεύεται στα προϊόντα επεξεργασμένης ξυλείας να έρχονται σε επαφή με τρόφιμα, ζωικές τροφές ή άμεση ή έμμεση επαφή με το πόσιμο νερό.

Κατασκευή στρωμάτων σε καλλιέργεια λαχανικών


Κατασκευή υπερυψωμένων παρτεριών με ξύλο και πέτρα




Είδη και ποικιλίες κριθαριού

Το κριθάρι είναι από τ' αρχαιότερα φυτά, πού καλλιεργούνται και παρουσιάζει τόσες διαφορετικές μορφές, όσες σχεδόν και το σιτάρι. Οι σημερινές ποικιλίες φαίνεται να κατάγονται από το άγριο είδος Hordeum spontaneum, που συναντά κανένας σε όσες χώρες βρίσκονται ανάμεσα από την Ερυθρά θάλασσα, την Κασπία θάλασσα και τον Καύκασο. Το spontaneum μοιάζει εντελώς σχεδόν με το δίστοιχο κριθάρι έχει όμως αρθρωτή ράχη, πιο μακριά και σκληρά άγανα, και περισσότερες τρίχες.Ωστόσο το εξάστοιχο κριθάρι και όχι το δίστοιχο, καλλιεργείται από παλιότερη εποχή αυτό μάλιστα βρίσκεται τόσο στους αρχαίους αιγυπτιακούς τάφους, όσο και στα ευρήματα, που ανάγονται στην εποχή των Λιμναίων Συνοικισμών. Στην Αίγυπτο το κριθάρι το χρησιμοποιούσαν για τροφή του άνθρωπου, καθώς και των ζώων, επίσης για μπύρα. Στην ηπειρωτική Ευρώπη αποτελούσε την κύρια τροφή για τον άνθρωπο ως το 16ο αιώνα, οπότε ή εισαγωγή της πατάτας και ή επέκταση της καλλιέργειας του σταριού ελάττωσαν τη χρήση του.

Ο Όμηρος αναφέρει πως το κριθάρι δινόταν στα άλογα. Φαίνεται όμως πως από τότε και οι άνθρωποι έτρωγαν το σιτηρό αυτό, αφού ο Ηρόδοτος γράφει (Β. 36) ότι «άπό πυρών και κριθέων ώλλοι ζώουσι». Επίσης ή μπύρα δεν ήταν καθόλου άγνωστη στην Αίγυπτο. Ο Ηρόδοτος γράφει (Β, 77) ότι οι Αιγύπτιοι «οϊνω δ' έκ κριθέων πεποιημένω διαχρέονται». Επίσης ο Ξενοφών στην Κύρου Ανάβασιν (4, 5, 26) αναφέρει τα έξης : «Ήσαν δέ (έν Αρμενία) και πυροί και κριθαί ισοχειλεΐς, και κάλαμοι ένέκειντο, oi μεν μείζους οι δέ έλάττους, γόνατα ούκ έχοντες. Τούτοις δ'έδει οπότε τις διψώη λαβόντα εις τό στόμα μυζεΐν. Και πάνυ άκρατος ήν, εί μή τις ϋδωρ έπιχέοι• και πάνυ ηδύ συμμαθόντι τό πόμα ήν». Ο Αριστοτέλης έκαμε ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για τις συνέπειες, πού έχει ή υπερβολική κατανάλωση μπύρας (παρ' Άθην. 10, 447, b): «πλην ίδιόν τι συμβαίνει περί τάς των κριθών, τό καλουμενον πΐνον. Υπό μέν γαρ τών λοιπών τε και μεθυστικών οι μεθυσθέντες έπι πάντα τά μέρη πίπτουσι- και γάρ επί τά αριστερά και δεξιά και πρηνεΐς και ύπτιοι. Μόνον δέ οί τω πίνω μεθυσθέντες εις τούπίσω, και ύπτιοι κλίνονται».

Τα κρίθινα αλεύρια τα έλεγαν άλφιτα, επίσης χρησιμοποιούσαν το κουλλήκι. Στους αρχαίους και προπάντων στους Ιουδαίους, οι προσφορές καιόταν πάντοτε με λίγο κριθάρι. Κριθάρι και σιτάρι ανακατωμένα αποτελούν το σμιγό, πού τον θεωρούσαν «άριστον διά τάς οικογενείας τρόφιμον» (Παλλάδιος, Β,4), τον χρησιμοποιούσαν επίσης για γρασίδι ή για σανό.

Σήμερα το κριθάρι καλλιεργείται στα μεγαλύτερα γεωγραφικά πλάτη, καθώς και στα πιο ψηλά μέρη από κάθε άλλο σιτηρό. Στη Νορβηγία το βρίσκει κανένας σε πλάτος ως 70 περίπου μοίρες σε κάπως μικρότερο πλάτος καλλιεργείται στη Φιλανδία και τη Σουηδία, ενώ στη Ρωσία φτάνει στο πολικό κύκλο. Απ' την άλλη μεριά φαίνεται να ευδόκιμη ωραιότατα και στις τροπικές χώρες της Αφρικής, σε μικρή απόσταση από τον Ισημερινό- επίσης στα οροπέδια της Αβησσυνίας, του Αφγανιστάν, του Περού και της Βολιβίας ή των Ιμαλαΐων, φθάνοντας στο Θιβέτ σε υψόμετρο μέχρι 5.000 μέτρα. Σε αλκαλικά εδάφη το κριθάρι αντέχει καλύτερα από τ' άλλα σιτηρά, στο κρύο όμως ή αντοχή του είναι μικρότερη από το σιτάρι και κάπως μεγαλύτερη από τη βρώμη.

ΕΙΔΗ
Απ' την αρχαία κι' όλας εποχή οι προγονοί μας ήξεραν πώς υπάρχουν κριθάρια διαφόρων ειδών. Ο Θεόφραστος γράφει Φ. Ί. 8. 4. 2): «πυρών και κριθών πολλά γένη και τοις καριτοΐς αύτοΐς διαφέροντα και τοις στάχυσι καΐταΐς άλλαις μορψαΐς και ετι ταΐς δυνάμεσι και τοις πάθεσι». Ξεχωρίζει επίσης κριθάρια, τριμηνία, δίστοιχα, τετράστοιχα, εξάστοιχα, ινδικά, αχίλεια, καθώς επίσης και άσπρα, μαύρα και επιπορφυρίζοντα. Σε νεώτερους χρόνους, προπάντων απ' την εποχή του Λινναίου (1753) και έπειτα, πολλοί έχουν ασχοληθεί με την ταξινόμηση του κριθαριού. Σταθμό όμως σημείωσε ή εργασία του Koernicke (1885), που κατέταξε όλα τα καλλιεργούμενα κριθάρια σε ένα και μόνο είδος, το hordeum vulgare L., με τέσσερα υποείδη (ο ίδιος έχει περιγράψει 74 ποικιλίες). Ύστερα από τα 1900, όταν χάρις στην ανάπτυξη της γενετικής δημιουργήθηκαν πολλές καινούριες ποικιλίες κριθαριού, τα συγκριτικά τους γνωρίσματα άρχισαν να τα μελετούν σε φυσικές συνθήκες.

Το γένος Hordeum έχει καλλιεργούμενα και αυτοφυή κριθάρια, όλα όμως τα καλλιεργούμενα υπάγονται σε ένα μόνο είδος, πού ονομάστηκε από τον Atterberg (1899) Η. sativum. Το είδος αυτό έχει 7 ζεύγη χρωματοσωμάτια, επομένως όλες οι καλλιεργούμενες ποικιλίες διασταυρώνονται μεταξύ τους πολύ εύκολα. Ωστόσο στο γένος Hordeum υπάρχουν και άγρια είδη με 14 ζευγάρια χρωματοσωμάτια (Η. murinum και Η. jubatum),καθώς και με 21 (Η. nodosum). Αν¬τίθετα όμως προς ότι συμβαίνει με το σιτάρι, στο κριθάρι οι καλλιεργούμενες μορφές ανήκουν στο είδος με τα λιγότερα χρωματοσωμάτια.

Το στάχυ του κριθαριού έχει σε κάθε κόμπο της ράχης τρία σταχίδια, με δυο εξωτερικά λέπυρα και ένα σπόρο για κάθε σταχίδιο. Όλες οι καλλιεργούμενες μορφές θα μπορούσαν να καταταγούν στις έξης κατηγορίες :

I. Στάχυα με έξη σειρές σταχίδια, όλα γόνιμα.
Η. hexastichon
Η. vulgare (tetrastichon)

II. Γόνιμο μονάχα το μεσαίο σταχίδιο, επομένως στάχυα με δυο σειρές:
Η. zeocriton
Η. distichon (nutans)
Η. Deficiens

III. Ολα τά σταχίδια γόνιμα, αλλά τα δυο πλευρικά χωρίς άγανα και με σπόρους μικρότερους:
Η. intermedium

Οι διάφορες κατηγορίες καθορίζονται προπάντων απ' την πυκνότητα του σταχυού. Για τα χαρακτηριστικά τους δίνεται παρακάτω μια σύντομη περιγραφή.

Η. hexastichon (εξάστοιχο, erect six-row barley).
Τα στάχυα έχουν περιφέρεια στρογγυλωτή, τα σταχίδια είναι τοποθετημένα σε έξι ομοιόμορφες σειρές, με ίση απόσταση ή μια από την άλλη. Όταν τα βλέπουμε από πάνω δίνουν την εντύπωση από ένα κανονικό, εξάγωνο αστέρι. Οι αρθρώσεις στη ράχη του σταχυού είναι πολύ κοντά, γι' αυτό το στάχυ παρουσιάζεται πυκνό, με σταχίδια σε ορθή σχεδόν γωνία με τη ράχη. Όσοι σπόροι αναπτύσσονται στο μέσο του σταχυού, γίνονται μεγαλύτεροι, έτσι κριθάρι της κατηγορίας αυτής δεν είναι τόσο ομοιόμορφο, όσο συμβαίνει με το δίστοιχο κριθάρι.

Το εξάστοιχο κριθάρι καλλιεργείται σήμερα στη νότιο Ευρώπη και την ανατολική Ασία στην Αγγλία, την Αυστραλία και την Αμερική το συναντά κανένας πολύ σπάνια. Είναι ή μορφή πού καλλιεργούσαν από πολύ παλιά εποχή γι' αυτό και το στάχυ της απεικονίζεται καθαρά σε μερικά από τα πιο αρχαία νομίσματα της Ευρώπης. Τα εσωτερικό λέπυρα έχουν πολύ σκληρό και μακρύ άγανο, κάποτε όμως βρίσκονται και μορφές παραμορφωμένες κληρονομικά (σε σχήμα τρικαντό, είκ. 7), επίσης και κριθάρια με γυμνούς σπόρους. Την άνοιξη το φυτό μεγαλώνει πολύ γρήγορα και δίνει άφθονα φύλλα για τη διατροφή των ζώων.

Η. vulgare ή tetrastichon (κριθάρι τετράστοιχο, common barley).
Τα στάχυα είναι αρκετά αραιότερα από το προηγούμενο κριθάρι, στενά και πολύ μακριά. Οι σπόροι επίσης είναι μακρύτεροι και η σχισμή τους ίσια, ενώ στο εξάστοιχο η σχισμή παρουσιάζει κάποια ανωμαλία. Όπως στα εξάστοιχα κριθάρια έτσι και εδώ τα τρία σταχίδια, που βγαίνουν σε κάθε κόμπο, σχηματίζουν από ένα σπόρο. Τα στάχυα όμως, που πολύ συχνά κλίνουν κάπως προς τα κάτω, δεν φαίνονται σαν εξάστοιχα. Οι δυο μεσαίες σειρές των σπόρων είναι πράγματι πολύ ευδιάκριτες, κολλημένες στη ράχη. Οι πλευρικές όμως δεν ξεχωρίζουν εντελώς, αλλά ό σπόρος της μιας σειράς έρχεται λιγάκι πάνω από το σπόρο της άλλης. Γι' αυτό νομίζει κανένας πώς πρόκειται για κριθάρι μάλλον τετράστοιχο σε μερικές μάλιστα ποικιλίες απ' την Αβησσυνία τα στάχυα έχουν εμφάνιση εντελώς σχεδόν τετράστοιχη.

Ο τύπος αυτός καλλιεργείται επίσης από παλιά εποχή, όπως ο έξάστοιχος. Σήμερα έχει πολύ μεγάλη διάδοση στη Βόρειο Αμερική, καθώς και στη Ρωσία, το Τουρκεστάν, τη Βόρειο Αφρική κλ.π. Σ' αυτόν ανήκουν οι ποικιλίες, πού αντέχουν στο κρύο περισσότερο από κάθε άλλο κριθάρι. Υπάρχουν και ποικιλίες γυμνές, με λέπυρα χρωματιστά ή από κληρονομικότητα παραμορφωμένα (είκ. 7). Το τετράστοιχο κριθάρι χρησιμοποιείται για μπύρα πολύ λιγότερο απ' το κριθάρι το δίστοιχο.

Η. zeocriton (ζεόκριτον).
Σ' αυτή την κατηγορία μόνο το μεσαίο σταχίδιο σχηματίζει καρπό, ενώ τα πλευρικά μένουν άγονα (έχουν μονάχα στήμονες), έτσι παράγονται κριθάρια δίστοιχα. Το στάχυ είναι πυκνό, λεπτύνεται όμως προς την κορφή, ενώ τα άγανα ανοίγουν σε σχήμα βεντάλιας, κάποτε συμβαίνει να είναι παράλληλα προς το στάχυ. Τα πλευρικά σταχίδια μένουν μικρά, ατροφικά και χωρίς άγανα. Βρίσκονται δίπλα στους σπόρους πού αναπτύχθηκαν κανονικά. Χαρακτηριστικοί αντιπρόσωποι του τύπου αυτού είναι οι γνωστές Αγγλικές ποικιλίες Spratt και Goldthorpe (η τελευταία είναι η καλύτερη που υπάρχει για μπύρα).

Η. distichon ή nutans (κριθάρι δίστοιχο). Ανήκει στα δίστοιχα κριθάρια σαν το προηγούμενο, τα στάχυα του όμως είναι μακριά, στενά και αραιά. Δηλαδή ότι διαφορά υπάρχει μεταξύ των κριθαριών εξάστοιχο και τετράστοιχο σχετικά με την πυκνότητα του σταχυού, η ίδια παρατηρείται και μεταξύ ζεόκριτο και δίστοιχο.

Αντιπροσωπευτικές ποικιλίες είναι ή Chevalier καί ή Archer. Η τελευταία είναι πιο πυκνή και καλλιεργείται πολύ στην Αγγλία από παλιά εποχή, διαδόθηκε μάλιστα και στην Ηπειρωτική Ευρώπη με το όνομα Prentice. Στον ίδιο τύπο ανήκει και ή ποικιλία Pryor που δοκιμάστηκε και στο τόπο μας με αρκετή επιτυχία. Σε όλο τους το μήκος τα στάχυα παρουσιάζουν το ίδιο πλάτος και έχουν άγανα κολλημένα στο στάχυ, πού κλίνει προς τα κάτω.

Ανάμεσα από τους δυό τύπους zeocriton και nutans, πολλές φορές τοποθετούν μια άλλη ομάδα, το Η. erectum, που είναι ενδιάμεσο και στην πυκνότητα και στο σχήμα του σταχυού.

Η. deficiens (ελλειπες).
Είναι επίσης δίστοιχο κριθάρι- όμως τα πλευρικά σταχίδια είναι πάρα πολύ μικρά, συχνά μάλιστα δεν έχουν ούτε στήμονες ή λείπουν εντελώς. Ο τύπος αυτός καλλιεργείται μονάχα στην Αβησσυνία. Στην αρχή αναπτύσσεται ικανοποιητικά, στο τέλος όμως ή απόδοση του είναι μικρή.

Η. intermedium (κριθάρι ενδιάμεσο).
Αποτελεί ενδιάμεση μορφή μεταξύ των κατηγοριών I και II. Τα μεσαία σταχίδια είναι εντελώς αναπτυγμένα και γόνιμα. Τα πλευρικά όμως, αν και γόνιμα, μένουν πάντοτε μικρά και χωρίς άγανα. Η μορφή αυτή φαίνεται να προέκυψε από μεταλλαγή του Η. vulgare, έκτος αν αποτελεί προϊόν διασταυρώσεως από εξάστοιχο και δίστοιχο κριθάρι. Ποτέ δεν διαδόθηκε για καλλιέργεια.

Με την ευκαιρία αυτή θα μπορούσε κανένας να πει και λίγα λόγια για τον άγριο πρόγονο όλων των παραπάνω κριθαριών, το Η. spontaneum. Φύεται στη Παλαιστίνη και διασταυρώνεται με όλες τις καλλιεργούμενες ποικιλίες. Τα νεαρά φυτά μοιάζουν το κριθάρι, με στελέχη πού κλίνουν προς τη μια μεριά, και τυπικά nutans στάχυα. Το εσωτερικό λέπυρο του άνθους (λεπίς - palea) είναι πιο μακρύ παρά σε οποιαδήποτε καλλιεργούμενη μορφή, ενώ ή ράχη του σταχυού σπάζει με τη μεγαλύτερη ευκολία. Επειδή μάλιστα τα κομματάκια, πού μένουν στο κάθε σταχίδιο, είναι πολύ μυτερά, οι κόκκοι σπέρνονται στο έδαφος μόνοι τους. Ύστερα από διασταύρωση ό εύθραυστος χαρακτήρας παρουσιάζεται ξανά στους απογόνους.

ΠΟΙΚΙΛΙΕΣ
Όπως στο στάρι, έτσι και στο κριθάρι, υπάρχουν διάφορα χαρακτηριστικά, πού χρησιμεύουν για τη διάκριση των ποικιλιών. Τα σπουδαιότερα αναφέρονται παρακάτω.

Στελέχη και φύλλα.— Απ' τα χαρακτηριστικά του καλαμιού το πιο σπουδαίο είναι ίσως η αντοχή στο σπάσιμο, γιατί έχει σχέση με το πλάγιασμα. Το σχήμα του λαιμού (εκεί δηλαδή πού ενώνεται το στάχυ με το καλάμι), διαφέρει επίσης αρκετά κατά ποικιλίες. Το ύψος όμως κυμαίνεται πολύ με τις συνθήκες, γι' αυτό και δεν αποτελεί ταξινομικό χαρακτήρα. Όσο για τα φύλλα, τα χαρακτηριστικά τους (τρίχες, χρώμα, μέγεθος, σχήμα, αριθμός, υφή, στρώμα από κερί κλπ.) παρουσιάζουν για την ταξινόμηση μικρό ενδιαφέρον.

Στάχυα.— Τα χαρακτηριστικά των σταχυών είναι τα πιο πολύτιμα για την ταξινόμηση του κριθαριού. Τα εξωτερικά λέπυρα μπορεί να είναι με τρίχες ή χωρίς τρίχες. Όσο για τα άγανα, υπάρχουν, όπως συμβαίνει τις περισσότερες φορές, ή λείπουν. Σε περίπτωση πού λείπουν, ο χιτώνας τελειώνει απότομα ή καταλήγει σ' ένα τερατολογικό εξάρτημα σαν τρικαντό. Τα άγανα μπορεί να είναι μεγάλα (μιάμιση περίπου φορά το μήκος του σταχυού) ή μικρά, να βρίσκονται κολλημένα πάνω στο στάχυ (παράλληλα) ή να σχηματίζουν γωνιά, επίσης να είναι χονδροειδή ή λεπτοφυή.

Το χρώμα του σταχυού ποικίλλει πιο πολύ στο κριθάρι παρά στο στάρι (στάχυα άσπρα, ανοιχτά κίτρινα, μπλε γκρίζα, γκρίζα, λιλά, μαύρα). Επίσης ή πυκνότητα παρουσιάζει αρκετό ενδιαφέρον (συνήθως κυμαίνεται από 20 ως 50 σταχίδια σε ράχη μήκους 10 εκατοστών). Εκτός απ' την ποικιλία, στην πυκνότητα έχει επίδραση το κλίμα και η εποχή σποράς (καλές συνθήκες και πρώιμη σπορά κάμνουν τα κριθάρια αραιότερα.

Σπόροι.— Τα χαρακτηριστικά των σπόρων είναι τόσο χρήσιμα στην ταξινόμηση των κριθαριών, όσο και οι χαρακτήρες του σταχυού. Τα περισσότερα κριθάρια είναι ντυμένα, τα εσωτερικά δηλαδή λέπυρα χιτώνας και λεπίς στον αλωνισμό δεν χωρίζουν, αλλά μένουν κολλημένα πάνω στο σπόρο. Μερικά όμως κριθάρια είναι γυμνά, οπότε οι σπόροι έχουν την όψη σταριού, διακρίνονται μάλιστα από το στάρι με μεγάλη δυσκολία (το έμβρυο είναι παράλληλο προς το μεγάλο άξονα του σπόρου, αντί να σχηματίζει γωνία, όπως συμβαίνει με το σιτάρι). Το χρώμα είναι συνήθως κίτρινο προς το άσπρο, ανάλογα με τις συνθήκες αναπτύξεως, υπάρχουν όμως και σπόροι με άλλα χρώματα, όπως γαλάζιο, ανοιχτό μωβ ή και μαύρο σε γυμνές ποικιλίες. Στο χιτώνα βρίσκονται δυό νεύρα εντελώς λεία ή με πολλά ή λίνα δόντια, σκληρά ή μαλακά, επίσης ή επιφάνεια του χιτώνα μπορεί να είναι λεία ή με ρυτίδες.

Στα κριθάρια μεγάλη ταξινομική σπουδαιότητα έχει το ραχίδιο (rachilla), πού βρίσκεται στη σχισμή του σπόρου. Το ραχίδιο μπορεί να έχει μακριές, παράλληλες, μεταξωτές τρίχες, Οπότε λέγεται τριχωτό, ή να παρουσιάζονται κοντές μόνο τρίχες μέ αγκιστρωτά ή διχαλωτά άκρα, σε μερικές ποικιλίες το ραχίδιο είναι ατελέστατο και πολύ μικρό.

Φυσιολογικοί χαρακτήρες. — Τα περισσότερα από τα φυσιολογικά χαρακτηριστικά παρουσιάζουν, όπως είδαμε, μικρό ταξινομικό ενδιαφέρον, έχουν όμως τόσο μεγάλη οικονομική σπουδαιότητα, ώστε να χρησιμοποιούνται κάποτε για τη διάκριση των ποικιλιών.

Υπάρχουν φθινοπωρινές και ανοιξιάτικες ποικιλίες κριθαριού, όπως ακριβώς συμβαίνει και με το σιτάρι. Σχετικά με την πρώτη τους ανάπτυξη μπορεί να είναι όρθιες, λίγο πλαγιασμένες ή πολύ πλαγιασμένες πάνω στο έδαφος, γνώρισμα πού σχετίζεται με τη χειμερινή ή ανοιξιάτικη ιδιότητα της ποικιλίας. Ωστόσο είναι γνωστές χειμωνιάτικες ποικιλίες όρθιες, καθώς και ανοιξιάτικες πλαγιασμένες.

Οι ποικιλίες παρουσιάζουν διαφορετική αντοχή στις αρρώστιες και τα έντομα. Όσο για την αντοχή τους στο κρύο, επεμβαίνουν, φαίνεται, πολλοί παράγοντες, όπως αντοχή σε χαμηλές θερμοκρασίες, αντοχή στο πλάγιασμα των φυτών, στο φούσκωμα του εδάφους ή και σε άλλους ακόμα παράγοντες, που δεν είναι εύκολο να μελετηθούν χωριστά. Για την εκτίμηση της πρωιμότητας, και στο κριθάρι η εποχή του ξεσταχυάσματος έχει μεγαλύτερη ταξινομική σημασία από την εποχή, πού ωριμάζει ό καρπός. Προπάντων όταν ή διαφορά στο ξεστάχυασμα είναι αξιόλογη και οι ποικιλίες σπέρνονται την ίδια μέρα και στο ίδιο χωράφι, ή εποχή του ξεσταχυάσματος είναι θαυμάσιος δείχτης πρωιμότητας.

Ποικιλίες στην Ελλάδα.— Στην Ελλάδα όλα σχεδόν τα καλλιεργούμενα κριθάρια ανήκουν στην ποικιλία ντόπια, πού δεν είναι αναγκαστικά ή ίδια σε όλες τις περιφέρειες. Τα ντόπια κριθάρια μπορεί να είναι εξάστοιχα ή τετράστοιχα, αντέχουν αρκετά στο κρύο και δίνουν καλή απόδοση. Φαίνεται να είναι πληθυσμοί από διάφορες ποικιλίες, πού δεν έχουν ακόμα απομονωθεί και μελετηθεί χωριστά.

Σε πολύ μικρή αναλογία καλλιεργούνται και οι ποικιλίες Ελασσόνας, Αθηναΐς και Γυμνοκριθή Μεσολογγίου. Η ποικιλία της Ελασσόνας είναι τετράστοιχη και αποτελεί βελτίωση των ντόπιων κριθαριών. Η Αθηναΐς διακρίνεται για τη μεγάλη της πρωιμότητα, καθώς και για την αντοχή στο κρύο και τις μυκητολογικές αρρώστιες. Είναι κριθάρι εξάστοιχο. Τέλος η Γυμνοκριθή Μεσολογγίου είναι χωρίς άγανα και φαίνεται να μη καλλιεργείται πια πουθενά σε αξιόλογη κλίμακα. Όπως το δείχνει και το όνομά της είναι κριθάρι γυμνό.

Εκτός απ' τις παραπάνω ποικιλίες δοκιμάστηκαν και μερικές ξένες. Η Pryor, που έχει διάδοση μεγαλύτερη από κάθε άλλη ποικιλία στην Αυστραλία, έδωσε καλά αποτελέσματα και στον τόπο μας. Χρησιμοποιείται προπάντων στη ζυθοποιία, δεν φαίνεται όμως να παίρνει μεγάλη επέκταση.

Η αλήθεια για το γάλα

Η χειρότερη πηγή ασβεστίουΜήπως αυτό σημαίνει ότι μα έχουν κοροϊδέψει και το γάλα δεν περιέχει ασβέστιο;
Φυσικά όχι. Το γάλα περιέχει πολύ ασβέστιο αλλά σε μια μορφή που είναι πολύ δύσκολο να απορροφηθεί από τον άνθρωπο. Ως αποτέλεσμα το ασβέστιο περνάει από το σύστημα του σώματός μας και εξέρχεται από αυτό σαν άχρηστο
Μόνο στο ωμό γάλα το ασβέστιο είναι εύκολα απορροφήσιμο. Από την άλλη ωστόσο είναι αδύνατο να βρεις ωμό φρέσκο μη παστεριωμένο γάλα.
Το ένζυμο φωσφατάση που βρίσκεται στο ωμό γάλα είναι αυτό που κάνει το ασβέστιο εύκολα απορροφήσιμο . Δυστυχώς η φωσφατάση, καταστρέφεται εντελώς κατά την διάρκεια της
διαδικασίας της παστερίωσης.
Χιλιάδες εξετάσεις αίματος έδειξαν ότι εκείνοι που πίνουν 3 - 4 ποτήρια γάλα την ημέρα, έχουν τα χαμηλότερα επίπεδα του ασβεστίου στο αίμα. Αυτό είναι άσχημα νέα για εκείνους που ενδιαφέρονται για την υγεία των οστών τους και που πίστευαν ότι το γάλα ήταν μια εύκολη λύση στο πρόβλημα αυτό.
Στην πραγματικότητα, η καλύτερη πηγή ασβεστίου για τον άνθρωπο είναι στα φρούτα και τα λαχανικά που τρώτε.
Και υπάρχουν άλλες πηγές για ασβέστιο που ξεπερνούν πολύ κάθε τι που μπορείς να βρεις στο γάλα.
Η κράμβη, το γογγύλι, τα πράσινα λάχανα και άλλα σκούρα πράσινα λαχανικά είναι όλα άριστες πηγές απορροφήσιμου ασβεστίου. Η κράμβη έχει 200 mg ανά φλιτζάνι μαγειρεμένα, τα πράσινα λάχανα ανεβαίνουν στα 300 mg και τα πράσινα από τα γογγύλια περιέχουν 450 mg.

Κατεργασμένο γάλα και καρδιά
Άσχημα νέα. Η διαδικασία της ομογενοποίησης δημιουργεί το ένζυμο που ονομάζεται οξειδάση ξανθίνης (xanthine oxidate) που καταστρέφει τις αρτηρίες σας και να συμβάλλει στην πρόκληση καρδιαγγειακών παθήσεων και τη δημιουργία της αρτηριακής πλάκας.

Ομογενοποιημένο γάλα και σταθεροποίηση
Για να παραταθεί η διάρκεια ζωής του ομογενοποιημένου γάλακτος, το γάλα «σταθεροποιείτε» με τοξικές ουσίες από πολλά γαλακτοκομεία. Για να προσδιορίσετε αν το γάλα που αγοράζετε είναι σταθεροποιημένο, δοκιμάστε αυτό το εύκολο τεστ. Ρίξτε λίγο γάλα σε ένα ποτήρι και αφήστε το να μείνει έξω από το ψυγείο. Εάν το γάλα γίνει ξινό, δεν έχει σταθεροποιηθεί. Εάν το γάλα γίνει πικρό, έχει χημικώς σταθεροποιηθεί.

Αυξητική ορμόνη γάλακτος βοοειδών
Για να αυξήσουν την παραγωγή γάλακτος, πολλές αγελάδες σήμερα εμβολιάζονται με την αυξητική ορμόνη των βοοειδών (BGH) που προκαλεί λοιμώξεις στους μαστούς τους. Στη συνέχεια, αντιμετωπίζονται με μια μυριάδα αντιβιοτικών και φαρμάκων sulfa. Τα ιχνοστοιχεία των φαρμάκων αυτών βρέθηκαν στο γάλα τους και να καταλήγουν σε εκείνους που ήπιαν αυτό το γάλα.

Ελλείψεις και ασθένειες που έχουν συνδεθεί με το γάλα
Ομογενοποιημένο, σταθεροποιημένο και BFH γάλα έχει συνδεθεί με την έλλειψη σιδήρου, αλλεργίες, διάρροια, παραρρινοκολπίτιδα, κράμπες, κρυολογήματα και γρίπη, διαβήτη, μολύνσεις αυτιών, οστεοπόρωση, άσθμα, δυσκοιλιότητα, χρόνια κόπωση, πονοκεφάλους, ακμή, παχυσαρκία, αρθρίτιδα, ασθένεια του Lou Gehrig, καταρράκτη, αναιμία, γαστρεντερική αιμορραγία, αρτηριοσκλήρωση και άλλες ασθένειες.

Η Βιομηχανία Γάλακτος έχει κάνει καλή δουλειά στην πλύση εγκεφάλου μας στο να πιστέψει ότι το γάλα είναι καλό για εμάς. Δεν είναι αλήθεια.

Εχθροί (έντομα / ακαρέα κ.λπ.)


Εικόνα
Αγρότιδες ή Καραφατμέ ή Κοφτοσκούληκα / Agrotis segetum, Agrotis ypsilon

Εικόνα Ακάρι των Οφθαλµών / Aceria sheldoni ή Eriophyes sheldoni

Εικόνα Αλευρώδεις / Aleyrodidae

Εικόνα Άλτης ή Ψύλλος / Chaetocnema sp., Haltica sp.

Εικόνα Ανάρσια / Anarsia lineatella

Εικόνα Ανθονόμος μηλιάς / Anthonomus pomorum

Εικόνα Ανθοτρήτης / Prays citri

Εικόνα Ασπιδιωτός ή λευκή ψώρα εσπεριδοειδών / Aspidiotus nerii

Εικόνα Ατομάρια / Atomaria linearis

ΕικόναΑφίδες (Μελίγκρες) / Aphids

ΕικόναΒαμβακάδα ροδακινιάς / Pseudaulacaspis pentagona

ΕικόναΒρωμούσες (Πεντατομίδες) / Pentatomidae

Γρυλλοτάλπα ή Κρεμμυδοφάγος ή Κολοκυθοκόφτης ή Πρασάγγουρας / Gryllotalpa gryllotalpa

Γυμνοσάλιαγκες / Deroceras agreste, D. reticulatum, Arion spp., Milax spp.

Δάκος / Bactrocera oleae

Εικόνα
Δορυφόρος / Leptinotarsa decemlineata

ΕικόναΖάμπρος / Zabrus tenebrioides

Ζευζέρα / Zeuzera pyrina

Θρίπας / Thrips tabaci

Θρίπας / Phloethrips (Liothrips) oleae

Θρίπας της Καλιφόρνια / Frankliniella occidentalis

Θρίπας εσπεριδοειδών / Heliothrips haemorrhoidalis

Θρίπες / Limothrips cerealium, L. denticornis, Stenothrips graminum, Haplothrips aculeatus

Ισέρυα / Icerya purchasi

Καλόκορη / Calocoris trivialis

Κόκκινη ψώρα εσπεριδοειδών / Aonidiella aurantii

Κόκκος εσπεριδοειδών / Coccus hesperidum

Κάμπιες Λεπιδοπτέρων / Helicoverpa armigera, Laphygma exigua, Prodenia litura (Spodoptera littoralis)

Κάμπιες Λεπιδοπτέρων / Pieris brassicae, Mamestra brassicae, Plutella maculipennis, Trichoplusia ni

Καρπόκαψα μηλιάς / Cydia pomonella, Carpocapsa pomonella

Καρπόκαψα ροδακινιάς / Grapholitha molesta

Καρπόκαψα δαμασκηνιάς / Grapholitha funebrana

Καρπόκαψα μηλιάς / Cydia pomonella, Carpocapsa pomonella

Κασσίδα / Cassida nebulosa, C. nobilis, C. seraphina

Κηκιδόμυγα των βλαστών της ελιάς / Resseliella oleisuga

Κηκιδόμυγα των καρπών της ελιάς ή Προλασιόπτερα / Prolasioptera berlesiana

Κηκιδόμυγα των φύλλων της ελιάς / Dasyneura oleae

Κλεονός / Bothynoderes punctiventris

Κοινός Τετράνυχος (κίτρινος) / Tetranychus spp.

Κόκκινος τετράνυχος / Panonychus ulmi

Κολλέμβολα / Onychiurus spp.

Κομβονηματώδεις / Meloidogyne spp.

Κομβονηματώδης πατάτας / Meloidogyne halpa

Κόσσος / Cossus cossus

Λεκάνιο ή μαύρη ψώρα της ελιάς / Saissetia oleae

Λίξος / Lixus scabricolis, L. ascani, L. junci

Λιριόμυζα / Liriomyza brionyae, L. huidobrensis, L. Trifolii

Λύγκος / Lygus spp.

Μαργαρόνια / Palpita unionalis

Ματόψειρα ή Βαμβακάδα μηλιάς / Eriosoma lanigerum

Μηλολόνθη ή Ασπροσκούληκο / Melolontha melolontha, M. Hippocastani

Μπλανίουλος / Blaniulus guttulatus

Μύγα Μεσογείου / Ceratitis capitata

Μύγα ή φυλλορύκτης των τεύτλων / Pegomyia hyoscyami

Μυτηλόμορφη ψώρα / Lepidosaphes beckii, Lepidosaphes ulmi

Νηματώδεις / Meloidogyne spp., Globodera (Heterodera) rostochiensis, G. schachtii,G. cruciferae, Pratylenchus spp.

Νηματώδης / Tylenchulus semipenetrans, Tylenchulidae

Οπλοκάμπη / Hoplocampa testudinea, Hoplocampa brevis

Οσινέλλα / Oscinella frit

Οτιόρρυγχος / Otiorrhynchus ligustici

Οτιόρρυγχος / Otiorrhynchus spp.

Παραμορφωτικό Άκαρι / Aceria sheldoni

Παρλατόρια / Parlatoria oleae

Πολλίνια / Pollinia pollini

Πυρηνοτρήτης / Prays oleae

Πράσινο σκουλήκι / Helicoverpa armigera

Προνύμφες Bibionidae / Bibio hortulanus

Πυραλίδα / Pyrausta nubilalis

Ρόδινο σκουλήκι / Platyedra gossypiella

Ρυγχίτης / Rhynchites (Coenorrhinus) cribripennis

Σεσάμια / Sesamia cretica, Sesamia nonagrioides

Σιδηροσκούληκα / Agriotes lineatus, A. Obscurus

Σκαθάρια τριφυλλιών / Apion apricans, A. dichroum, A. Pisi

Σκωριώδες Άκαρι / Aculops pelekassi

Σποντόπτερα (Λάφυγμα, Προντένια) / Laphygma exigua, Prodenia litura

Τανύμεκος / Tanymecus palliatus, T. dilaticolis

Τζιτζικάκια / Empoasca flavescens, E. decipiens, E. libyca, Eupteryx atropunctata

Τιπούλα / Tipula paludosa

Υλέμυια / Hylemyia platura , Hylemyia brassicae

Υλέμυια / Hylemyia coarcata

Φθοριμαία / Phthorimaea opercullela

Φιλίππια / Philippia follicularis

Φυλλοδέτες / Archips rosanus, Adoxophyes orana

Φυλλοκνίστης εσπεριδοειδών / Phyllocnistis citrella

Φυτομέτρης / Phytometra gamma

Φυλλορύκτες / Phyllonorycter blancardella, Phyllonorycter corylifoliella, Leucoptera malifoliella, Lyonetia clerkella

Φλοιοτρίβης / Phleotribus scarabaeoides

Φλοιοφάγος / Hylesinus oleiperda

Χρυσονηματώδης της πατάτας / Globodera rostochiensis (=Heterodera rostochiensis), G. pallida (=H. pallida)

Χρυσόμφαλλος ή ασπροκόκκινη ψώρα / Chrysomphalus dictyospermi, Diaspididae

Ψευδόκοκκος / Planococcus citri

Ψύλλα αχλαδιάς / Cacopsylla pyri

Ψύλλα (Βαμβακάδα) της ελιάς / Euphyllura phillyreae

Ψώρα San Jose / Quadraspidiotus perniciosus

Ψώρα ελιάς - Leucaspis / Leucaspis riccae

Δορυφόρος / Leptinotarsa decemlineata

Δορυφόρος / Leptinotarsa decemlineata
[Κολεόπτερα / Οικογένεια: Chrysomelidae]

Συνώνυμα: colorado potato beetle, ten-striped spearman, the ten-lined potato beetle, potato bug

Προσβάλλει κυρίως την πατάτα, αλλά και άλλα μέλη της οικογένειας των Σολανιδών, όπως τη ντομάτα, την πιπεριά και τη μελιτζάνα.

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ:
Έχει μήκος 10mm περίπου. Το σώμα του έχει χρυσοκίτρινο χρώμα και μαύρες επιμήκεις ρίγες. Κάθε θηλυκό μπορεί να παράγει μέχρι και 800 πορτοκαλόχρωμα αυγά, τα οποία τοποθετεί στην κάτω επιφάνεια των φύλλων. Η εκκόλαψη γίνεται σε 4-15 μέρες. Οι νύμφες έχουν κοκκινωπό χρώμα.
Εικόνα
(Εικόνα από: www.umassvegetable.org)

ΠΡΟΣΒΟΛΗ - ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ:
Η εμφάνιση του ευνοείται από το ζεστό ξηρό καιρό. Τόσο τα ενήλικα, όσο και οι προνύμφες τρέφονται με τα φύλλα του φυτού. Σε σοβαρή προσβολή τα φύλλα εξαφανίζονται τελείως με επακόλουθη δυσμενή επίπτωση στην παραγωγή.
Εικόνα
(Εικόνα από: eol.org)
Εικόνα

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ:
1) Καλλιεργητικοί παράγοντες:
- Αμειψισπορά
- Καταστροφή υπολειμμάτων προηγούμενης καλλιέργειας
2) Βιολογική αντιμετώπιση:
- Green lacewing (Χρύσωπας) (αρπακτικό έντομο)
- Ορισμένα αρπακτικά είδη βρωμούσας
- Myiopharus doryphorae (παρασιτική μύγα)
- Beauveria bassiana (παθογόνος μύκητας)
3) Χημική αντιμετώπιση:
Εντομοκτόνα (π.χ. thiacloprid)
(όχι πάντα αποτελεσματικά λόγω της γρήγορης ανάπτυξης ανθεκτικών στελεχών)

Λαχανόκηπος χωρίς νερό

O Eλβετός Jean Pain στη δεκαετία του '60 δούλεψε ως φύλακας μιας φάρμας, η οποία είχε και ένα μεγάλο κομμάτι δάσους. Το πρώτο πράγμα που τον ανησύχησε και έπρεπε να αντιμετωπίσει ήταν ο εφιάλτης τής τότε αλλά και της σημερινής εποχής, οι πυρκαγιές στα δάση.
Εφαρμόζοντας τις παλιές μεθόδους διαχείρισης των δασών, έφερε να βοσκήσουν στο δάσος, γουρούνια, πρόβατα, αλλά κυρίως κατσίκια - το κατσικίσιο τυρί που παρήγαγε έγινε διάσημο στην περιοχή του. Το φθινόπωρο, αφού καθάριζε το δάσος από τη θυσανώδη και τη θαμνώδη βλάστηση, χρησιμοποιούσε τα ξερά κλαδιά όπως έκαναν παλαιότερα και οι χωρικοί, δηλαδή ξύλα για τις σόμπες, για τους φούρνους, αλλά το μεγαλύτερο μέρος το έκαιγε επί τόπου στο χωράφι.
Μια μέρα, όμως, διαβάζοντας κάποια παλαιά κείμενα που βρήκε στο αρχοντικό της φάρμας, έμαθε για το «humus vivus», αυτό που σήμερα ονομάζουμε κομπόστ. Υλικό που κάποιοι «παλιοί σοφοί» παρασκεύαζαν από τα «σκουπίδια» του δάσους. Με αυτήν την έρευνα -την κατασκευή και τη χρήση του humus- αφιέρωσε και την υπόλοιπη ζωή του.
Το μυστικό για την παραγωγή φυτών ντομάτας, ύψους 2,5 μέτρων, χωρίς την ανάγκη νερού ήταν ακριβώς το «humus vivus». Για να αποδείξει τα αποτελέσματα των ερευνών του ο Jean Pain αποφάσισε να κάνει ένα μικρό οικογενειακό λαχανόκηπο 100 m2.
Επέλεξε, λοιπόν, ένα αγροτεμάχιο φτωχότατο σε θρεπτικά συστατικά, το οποίο βρισκόταν 10 μέτρα από την κορυφή ενός πετρώδους λόφου και σε υψόμετρο 410. Hταν ένα χωράφι πετρώδες, με υπέδαφος αμμώδες και με υδροφόρο ορίζοντα στα 95 μέτρα βάθος. Είχε νότιο προσανατολισμό και βρισκόταν στην περιοχή της Provenza (Ν. Γαλλία), που χαρακτηρίζεται από ξηρά καλοκαίρια και με μια μέση θερμοκρασία 35ο C υπό σκιάν.
Ο λαχανόκηπος περιμετρικά, αλλά και από πάνω, καλύφθηκε από συρμάτινη σήτα για προστασία από ζώα και πουλιά. Το Μάιο, στην πάνω σήτα τοποθέτησε χλωρά κλαδιά από πεύκα για να δημιουργήσει την απαραίτητη σκίαση για να μπορέσουν να ριζοβολήσουν ευκολότερα τα νεαρά φυτά πριν από τις ζέστες του καλοκαιριού.
Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του Jean Pain, η σκίαση του λαχανόκηπου ήταν απαραίτητη επειδή τα φυτά ποτίστηκαν κατά τη στιγμή της μεταφύτευσης και στη συνέχεια μόνο άλλη μια φορά έπειτα από κάποιες μέρες.
Το έδαφος του λαχανόκηπου τον χειμώνα ήταν καλυμμένο από ένα στρώμα οργανικής ουσίας τακτοποιημένο σε παρτέρια πλάτους 1,20 μέτρων, χωρισμένα μεταξύ τους από μονοπάτια στα οποία είχε τοποθετήσει μακριές ξύλινες τάβλες για να περπατάει χωρίς να συμπιέζει το έδαφος.
Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι όλη η επιφάνεια του αγροτεμαχίου, παρτέρια και μονοπάτια ήταν καλυμμένη από ένα στρώμα οργανικής ουσίας. Οι δε γραμμές φύτευσης δεν ήταν πάνω σε σαμάρια, όπως στη Β. Ευρώπη -που είναι λογικό για να έχουμε απορροή του περίσσιου νερού- αλλά το αντίθετο, σε αυλάκια για να έχουμε όσο το δυνατόν περισσότερη υγρασία και να μειώσουμε στο ελάχιστο τις απώλειές της από την εξάτμιση.
Ξεκίνησε λοιπόν το Νοέμβριο με την σπορά της σαλάτας. Aυτή ήταν και η πρώτη καλλιέργεια. Στο τέλος του Φεβρουαρίου - αρχές Μαρτίου προχώρησε στη δεύτερη καλλιέργεια, φυτεύοντας μπιζέλια, τα οποία μετά 2 μήνες τα συγκόμισε. Eφτασε έτσι στη στιγμή της τρίτης καλλιέργειας και της πιο σημαντικής.
Είναι η στιγμή της ανανέωσης της κάλυψης του εδάφους με νέα οργανική ουσία, που θα δώσει τα θρεπτικά συστατικά και την προστασία που χρειαζόμαστε. Ξεκίνησε, λοιπόν, με μια ομοιόμορφη επικάλυψη του εδάφους από 7 cm κομπόστ. Πάνω από το κομπόστ τοποθέτησε ένα στρώμα 10 cm από χονδροειδές οργανικό υλικό για εδαφοκάλυψη (ροκανίδι από το κόψιμο των ξύλων, άχυρα, φύλλα κ.λπ.). Αυτά τα δύο υλικά δημιούργησαν και το κάλυμμα από οργανική ουσία των παρτεριών. Αρχές Μαΐου ξεκίνησε τις μεταφυτεύσεις, π.χ. πήρε ένα φυτό μελιτζάνας -που το είχε φυτέψει το Φεβρουάριο στο σπορείο- και το μεταφύτευσε στο έδαφος δημιουργώντας ένα χώρο στο κόμποστ που είχε ήδη στρώσει. Μια βασική αρχή είναι να μη μένει ποτέ το κομπόστ ακάλυπτο και εκτεθειμένο στο φως, έτσι έπειτα από κάθε μεταφύτευση θα πρέπει να το σκεπάζετε με το υλικό εδαφοκάλυψης. Το υλικό της εδαφοκάλυψης, οποιαδήποτε και αν είναι η σύνθεσή του, όχι μόνο δεν επιτρέπει στο κομπόστ να χάσει την υγρασία του, αλλά κατά τη διάρκεια των ζεστών ωρών της ημέρας, δημιουργεί ένα στρώμα υγρασίας από πάνω του και βοηθάει στην αποδόμηση της οργανικής ουσίας.
Ακολουθώντας τα παραπάνω, ήδη στα τέλη του Αυγούστου είχε απίστευτα αποτελέσματα. Οι ντομάτες έφθασαν τα 1,80 μ. ύψος, με μια καταπληκτική ανάπτυξη. Η παραγωγή καρπών αυτήν την περίοδο έφθασε τα 6 κιλά ανά φυτό. Τα φασόλια είχαν ξεπεράσει τα 2 μ. ύψος. Τέσσερις εβδομάδες αργότερα, μπόρεσε να κάνει μιαν επαλήθευση της συγκομιδής. Μέση ανάπτυξη των φυτών της μελιτζάνας 1,20 μ., μέση παραγωγή 5 κιλά/φυτό και το σημαντικότερο, λόγω της ανεπτυγμένης ανθοφορίας και καρποφορίας ήταν σίγουρη η παραγωγή μέχρι και τα πρώτα κρύα του Νοέμβρη.
Η τελευταία βροχή έπεσε στις 27 Ιουνίου. Στις 27 Σεπτεμβρίου, που έκανε τον απολογισμό, είχαν περάσει 87 ημέρες χωρίς νερό και τα φυτά συνέχισαν να αναπτύσσονται και να παράγουν.

Ποια ήταν τα βιβλία που διάβασε και εφάρμοσε ο Jean Pain;
Μήπως ήταν τα δικά μας 3 Βυζαντινά βιβλία με τίτλο
«Γεωπονικά» του Κασσιανού Βάσου;
Σας αφήνω να βγάλετε μόνοι σας το συμπέρασμα και σας γράφω περισσότερες πληροφορίες και συμβουλές για τον δικό σας άνυδρο κήπο λαχανικών ή φυτών…..

Πως μπορούμε να έχουμε κάθε είδους λάχανα στα άνυδρα μέρη-Του Βινδανιωνίου
Διαλέγουμε ένα κομμάτι γη όσης εκτάσεως θέλουμε και το σκάβουμε σε βάθος 35 εκατοστά ή και μισού μέτρου, το χώμα δε που σκάψαμε το αφαιρούμε. Παίρνουμε μετά κεραμίδια και τα στρώνουμε στο σκαμμένο μέρος, από πάνω δε βάνουμε χώμα καθαρό, κοσκινισμένο μαζί με πολύ ξερή κοπριά και έτσι φυτεύουμε ή σπέρνουμε τα λάχανα. Μερικοί αντί για κεραμίδια, αφού σκάψουν το μέρος που διάλεξαν, το ισάζουν και το στρώνουν με αλυσίβα, όπως του λάλους και κατόπιν βάνουν το χώμα και την κοπριά και καλλιεργούν τον κήπο. Είτε όμως κεραμίδια χρησιμοποιήσουμε είτε αλυσίβα πρέπει να προσέξουμε και τους τοίχους που είναι γύρω στο σκαμμένο μέρος και να τους ασφαλίζουμε επίσης με αλυσίβα ή με κεραμίδια για να μη χύνεται από κανένα μέρος το νερό που βάζουμε για να ποτίσουμε το λαχανόκηπο.
Όταν γίνουν όλα αυτά καλλιεργούμε τον κήπο ακριβώς όπως τον καλλιεργούμε και στα υγρά μέρη, δηλαδή το χειμώνα αρκούμαστε στο βρόχινο νερό και το καλοκαίρι τον ποτίζουμε. Δεν έχει πολύ ανάγκη από νερό, γιατί η υγρασία που πήρε όλο το χειμώνα διατηρείτε με τα μέτρα που λάβαμε και δεν πηγαίνει στα γειτονικά χωράφια. Μερικοί όταν δεν έχουν πολύ νερό φτιάχνουν 2 κήπους. Έναν χειμωνιάτικο που τον ποτίζουν οι βροχές και άλλο καλοκαιρινό κήπο, σε πολύ σκιερό και βορεινό μέρος.

Τα άγρια χόρτα της Ελλάδας

Στην Ελληνική ύπαιθρο υπάρχουν πολλά άγρια χόρτα που τρώγονται. Πολλοί δεν τα γνωρίζουμε εκτός από ένα δυο είδη, που ίσως έχουμε ψωνίσει για να φτιάξουμε χόρτα ή πίτες. Τα άγρια χόρτα που φυτρώνουν στους αγρούς είναι ιδιαίτερα πλούσια σε βιταμίνες C, φλαβονοειδή, πολυφαινόλες, ω-3 λιπαρά οξέα και σε α-λινολενικό οξύ, συστατικά που συνεισφέρουν σημαντικά στην αντιοξειδωτική ικανότητα του οργανισμού. Θα προσπαθήσω να παρουσιάσω μερικά για την πιο εύκολη αναγνώρισή, την αξιοποίηση και την χρήση τους.
Αγκινάρα άγρια-Cynara cardunculus
Πολυετές φυτό που φτάνει πάνω από 1 μέτρο ύψος. Βρίσκεται αυτοφυές σε όλες τις θερμές περιοχές της Ελλάδας. Μαζεύονται οι τρυφεροί βλαστοί, τα φύλλα της και οι ανθοκεφαλές, την άνοιξη πριν ανθίσουν. Μαγειρεύονται βραστές με άλλα λαχανικά ακόμα και με κρέας. Μαγειρεύονται ακόμα με αυγά ομελέτα και μπορούν να γίνουν και τουρσί.

Αγριοζοχός (Πικρίθρα, Κουφολάχανο)-Urospermum picroides


Ετήσιο φυτό που φτάνει τα 20-50 εκατοστά. Το συναντάμε σχεδόν παντού σε ακαλλιέργητους και καλλιεργημένους τόπους. Το σχήμα τους και οι διαστάσεις των φύλων του δεν είναι σχεδόν ποτέ το ίδιο. Τα φύλλα του είναι σκουροπράσινα οδοντωτά και μακριά με παχύ κόκκινο μίσχο και κεντρικό νεύρο. Μαζεύεται από τις αρχές του χειμώνα μέχρι το τέλος της άνοιξης. Η γεύση τους είναι λίγο πικρή και τρώγονται βραστά με μπόλικο λεμόνι ή μαζί με αρνί ή κατσίκι.

Αντράκλα (Γλιστρίδα, τρέβα, χοιροβότανο) - Portulaca Oleracia

Ετήσιο φυτό που φτάνει τα 20 εκατοστά. Το συναντάμε σχεδόν παντού σε ακαλλιέργητους και καλλιεργημένους τόπους. Πολλαπλασιάζεται πολύ εύκολα για αυτό θεωρείτε και ζιζάνιο. Τα φύλλα της είναι σκουρωπά πράσινα, σαρκώδεις και παχιά. Λέγεται ότι αν μασήσεις μερικά φρέσκα φύλλα και τα βάλεις κάτω από τη γλώσσα σου ξεδιψάς. Έχει πολύ βιταμίνη C και σίδηρο και μια διατροφική έρευνα στην Κρήτη έδειξε ότι η κατανάλωσή της, όπως και η τσουκνίδα βοηθάει την καρδιά. Μαζεύονται οι τρυφερές κορφές τους από αρχή καλοκαιριού μέχρι το φθινόπωρο. Τρώγεται κυρίως ωμή σε χωριάτικες σαλάτες και γίνεται ωραία και μαγειρευτό γιαχνί κατσαρόλας. Γενικά μπορεί να αντικαταστήσει τα μαρούλια σαν πράσινο λαχανικό, αλλά τρώγεται και μόνη της σαν σαλάτα με κρεμμύδια και ξύδι.

Βλίτο (βλίστρος, γλίντρος, βλιταράκι) – Amaranth
Ετήσιο φυτό που φτάνει τα 80 εκατοστά. Το συναντάμε σχεδόν παντού σε ακαλλιέργητους και καλλιεργημένους τόπους. Αποτελεί μεγάλο ζιζάνιο στις καλλιέργειες γιατί πολλαπλασιάζεται πολύ εύκολα και γρήγορα. Ο σπόρος του μπορεί να φυτρώσει και μετά από δέκα χρόνια. Μαζεύονται οι τρυφερές κορφές τους από αρχή καλοκαιριού μέχρι το φθινόπωρο. Πρέπει να το κλαδεύουμε συχνά για να πετάει από τα πλάγια πριν προλάβει να κάνει σπόρους. Τρώγονται βραστά με ξύδι ή λεμόνι και σε συνδυασμό με σκόρδο ή τσιγαριστά με διάφορα άλλα λαχανικά όπως οι κολοκυθοκορφάδες. Φτιάχνεται μέχρι και γιαχνί με πατάτες και χρησιμοποιείτε και για πίτες μαζί με άλλα χόρτα.

Βολβοί-(Κουρκουτσέλια, κρεμμυδούλες, σκυλοκρέμμυδα)-Mouscari comosum
Πολυετή φυτά που φτάνουν τα 15 εκατοστά. Τα συναντάμε παντού σε ακαλλιέργητους τόπους. Ανθίζουν από Φεβρουαρίου έως Μάρτιο. Τα βλαστάρια με τα άνθη τους τρώγονται τσιγαριστά σε ομελέτες και οι βολβοί τους μαζεύονται αργότερα και μαγειρεύονται βραστοί με λάδι και ξύδι ή γίνονται τουρσί.

Βρούβες (Λαψάνες, αγριοόβρουβες, πικρόβρουβες)

Ετήσια φυτά που φτάνουν τα 60 εκατοστά Τα συναντάμε σχεδόν παντού σε ακαλλιέργητους και καλλιεργημένους τόπους. Τα φύλλα τους είναι πράσινα μακριά.
Μαζεύονται τα φύλλα το χειμώνα για πίτες και τα λεγόμενα βρουβοβλάσταρα νωρίς την άνοιξη για βραστά με ξύδι ή λεμόνι.

Ζοχός (Τσόχος, Σφογκός)-Sonchus oleraceus


Ετήσιο φυτό που φτάνει τα 40-80 εκατοστά. Το συναντάμε σχεδόν παντού σε ακαλλιέργητους και καλλιεργημένους τόπους. Τα φύλλα του είναι ανοιχτοπράσινα οδοντωτά και περιέχουν γαλακτώδη χυμό. Μαζεύεται από τις αρχές του φθινοπώρου μέχρι το τέλος της άνοιξης. Η γεύση τους είναι λίγο γλυκιά και τρώγονται βραστά με μπόλικο λεμόνι και μπαίνουν και σε χορτόπιτες μαζί με άλλα χόρτα και μυρωδικά.

Καλέντουλα-Calendula officinalis

Ετήσιο φυτό που φτάνει τα 50 εκατοστά Τη συναντάμε σχεδόν παντού σε ακαλλιέργητους τόπους. Μαζεύονται τα πέταλα από τα άνθη της, από το χειμώνα έως την άνοιξη που ανθίζει. Χρησιμοποιείτε σε δερματικές παθήσεις και σε φαγητά για να δίνει κίτρινο χρώμα και άρωμα.


Καλόγερος (περδικονύχι, χτενάκι, βελονιά, πιρουνάκι)-Erodium cicutarium


Ετήσιο φυτό που φτάνει τα 60 εκατοστά Το συναντάμε σχεδόν παντού σε ακαλλιέργητους και καλλιεργημένους τόπους. Μαζεύεται τρυφερός τον χειμώνα μέχρι την άνοιξη πριν ανθίσει.Χρησιμοποιείτε κυρίως σε πίτες αλλά και σε ομελέτες με λαχανικά.


Κάπαρη-Capparis spinosa
Πολυετές φυτό που φυτρώνει σε όλη την Ελλάδα. Ανθίζει το καλοκαίρι και από αυτή μαζεύονται τα μπουμπούκια της πριν ανθίσουν. Ξεπικρίζονται σε νερό και διατηρούνται σε άλμη ή ξύδι αναλόγως πως τα θέλουμε. Χρησιμοποιείτε σε τουρσιά και σαλάτες.

Καρότο άγριο(Δαυκί, παστινάκα)-Daucus carota
Διετές φυτό που μπορεί να φτάσει το 1 μέτρο ύψος. Φυτρώνει παντού και είναι εξαπλωμένο σε όλη την Ελλάδα. Τα φύλλα και τα βλαστάρια του βράζονται και τρώγονται μόνα τους ή με άλλα χόρτα, όπως και του ήμερου (είναι και αντικαρκινικά). Χρησιμοποιούνται ακόμα σε χορτόπιτες για να δώσουν άρωμα(μυρίζουν περίπου σαν τον μαϊντανό). Φυσικά τρώγεται και η ρίζα του όπως και του απλού καρότου.

Καυκαλήθρα (Μοσχολάχανο, καυκαλίδα)-Tordylium apulum


Ετήσιο φυτό που φτάνει τα 20 εκατοστά Τη συναντάμε σχεδόν παντού σε ακαλλιέργητους τόπους. Μαζεύονται τα φύλλα και οι τρυφερές κορφές της από το χειμώνα έως την άνοιξη που ανθίζει. Τη χρησιμοποιούμε κυρίως σε πίτες αλλά και σαν μυρωδικό σε φασολάδες και σάλτσες.

Λάπαθο(Λάπατο, ξυνολάπατο, ξινήθρα)-Rumex

Ετήσιο φυτό που φτάνει τα 50 εκατοστά. Το συναντάμε σχεδόν παντού σε ακαλλιέργητους τόπους. Έχει γύρω στα 5 είδη πολύ διαδεδομένα στην Ελλάδα.
Τα φύλλα του είναι σκουροπράσινα και έχουν μια ελαφριά ξινή γεύση. Μαζεύεται από τις αρχές του φθινοπώρου μέχρι το τέλος την άνοιξη. Το χρησιμοποιούμε κυρίως σε πίτες αλλά και σαν λαχανικό με κρέας.

Μάραθος (Μάλαθρο, Φινόκιο)-Foeniculum vulgare


Πολυετές φυτό που φτάνει τα δύο μέτρα. Το συναντάμε σχεδόν παντού σε ακαλλιέργητους τόπους. Μαζεύονται τα φρέσκα φύλλα από το χειμώνα έως το τέλος της άνοιξης. Το χρησιμοποιούμε σε λαχανόπιτες αλλά και σαν μυρωδικό σε φρέσκιες σαλάτες και σάλτσες.

Μολόχα-Malva sp.
Ετήσιο φυτό που φτάνει τα 90 εκατοστά. Τη συναντάμε σχεδόν παντού σε ακαλλιέργητους τόπους. Μαζεύονται τα φύλλα και οι τρυφερές κορφές της από το χειμώνα έως την άνοιξη που ανθίζει. Τα φύλλα τρώγονται βραστά με άλλα χόρτα, ή γίνονται ντολμαδάκια.

Μπόραγκο-Borago officinalis

Ετήσιο φυτό που φτάνει τα 40 εκατοστά. Τα συναντάμε παντού σε ακαλλιέργητους αλλά και καλλιεργημένους τόπους. Φυτρώνει από μόνο του στην νότια Ευρώπη. Μπορεί να καλλιεργηθεί σε όλους τους τύπους εδάφους ακόμα και σε γλάστρες. Ανθίζει από την άνοιξη έως το καλοκαίρι. Τα άνθη και τα φύλλα του τρώγονται σε σαλάτες και δίνουν μια δροσερή γεύση απαλή σαν του αγγουριού. Είναι φαρμακευτικό αλλά και μελισσοκομικό φυτό.
Προφυλάξεις: Τα φύλλα του αλλά όχι τα άνθη του, περιέχουν μικρές ποσότητες αλκαλοειδών που μπορούν να βλάψουν το συκώτι αν φαγωθούν σε μεγάλες ποσότητες. Όσοι έχουν προβλήματα συκωτιού θα πρέπει να το αποφεύγουν.

Μυρώνι (Κτενόχορτο της Αφροδίτης)-Scandix pectin veneris

Ετήσιο φυτό που φτάνει τα 20 εκατοστά. Το συναντάμε σχεδόν παντού σε ακαλλιέργητους τόπους. Μαζεύονται τα φύλλα από το χειμώνα έως την άνοιξη που ανθίζει. Το χρησιμοποιούμε κυρίως σε πίτες αλλά και σαν μυρωδικό σε φρέσκιες σαλάτες και σάλτσες.

Ξινήθρα- Oxalys acetosella/ Oxalys pes‐caprae (ξινήθρα με διπλά άνθη)
Τη ξινήθρα τη συναντάμε παντού, γιατί εξαπλώνεται πολύ εύκολα και μπορεί να γίνει ενοχλητικό ζιζάνιο. Περιέχει καλιούχο οξαλικό άλας και μπορεί να αποβεί δηλητηριώδης αν φαγωθεί σε μεγάλη ποσότητα. Χρησιμοποιείτε σε σούπες, σάλτσες και λαχανόπιτες σε μικρές ποσότητες, για να δώσει ξινή γεύση.

Παπαρούνα-Papaver rhoeas
Ετήσιο φυτό που φτάνει τα 30-60 εκατοστά। Τη συναντάμε σχεδόν παντού σε ακαλλιέργητους τόπους. Τα φύλλα της είναι ανοιχτοπράσινα Μαζεύεται ολόκληρη από το χειμώνα έως την άνοιξη πριν ανθίσει. Τη χρησιμοποιούμε κυρίως σε λαχανόπιτες μαζί με άλλα χόρτα ή και βραστή σαλάτα.

Πετρομάρουλο (Αγριομάρουλο)-Lactuca serriola
Διετές φυτό που μπορεί να φτάσει το 1 μέτρο. Φυτρώνει παντού σε όλες τις περιοχές της Ελλάδας. Έχει χοντρό κεντρικό βλαστό με αγκάθια. Οι βλαστοί και τα φύλλα του περιέχουν γαλακτώδη χυμό, ο οποίος είναι ηρεμιστικός και φτιάχνει την διάθεση.
Το ώριμο μεγάλο φυτό είναι ελαφρώς τοξικό. Τα τρυφερά φύλλα του όταν είναι ακόμα μικρό, βράζονται και τρώγονται μόνα τους ή με άλλα χόρτα.

Ραδίκια άγρια (Πικροράδικο, πικραλίδα)-Cichorium intybus

Πολυετή φυτά που φτάνουν ένα μέτρο. Τα συναντάμε σχεδόν παντού σε ακαλλιέργητους τόπους. Μαζεύονται από το φθινόπωρο με τις πρώτες βροχές έως την άνοιξη.Βράζονται και τρώγονται με λαδολέμονο ή μαγειρεμένα με κρέας.

Ρόκα (Αζούματο)-Eruca sativa

Ετήσιο φυτό που φτάνει τα 60-80 εκατοστά। Τη συναντάμε σχεδόν παντού σε ακαλλιέργητους και καλλιεργημένους τόπους. Τα φύλλα της είναι πράσινα και ο μίσχος της μακρύς και λευκός. Μαζεύονται τα φύλλα και οι τρυφερές κορφές της όλες τις εποχές του χρόνου. Ανθίζει από άνοιξη μέχρι και το καλοκαίρι. Τα άνθη της προσελκύουν τις μέλισσες. Κόβουμε συχνά τα φύλλα της για να εμποδίσουμε την ανθοφορία. Τρώγεται σκέτη σαν ξιδάτη σαλάτα ή με μαρούλι, λάχανο, ντομάτα.

Σέσκουλο (Σέσκλο, γλυκορίζι)-Beta vulgaris

Πολυετές φυτό που φτάνει μέχρι τα 50-60 εκατοστά. Το συναντάμε σχεδόν παντού σε ακαλλιέργητους και καλλιεργημένους τόπους. Τα φύλλα τους είναι σκουροπράσινα γυαλιστερά και το νεύρο τους λευκό και χοντρό. Καλλιεργείτε και γι αυτό μαζεύεται, άνοιξη και φθινόπωρο. Η γεύση τους είναι λίγο γλυκιά και τα φύλλα τρώγονται βραστά κοκκινιστά, ή γίνονται ντολμαδάκια και μπαίνουν και σε χορτόπιτες μαζί με άλλα χόρτα και μυρωδικά

Σινάπι

Ετήσιο φυτό που φτάνει τα 60-80 εκατοστά. Το συναντάμε σχεδόν παντού σε ακαλλιέργητους και καλλιεργημένους τόπους. Τα φύλλα του είναι πράσινα ανοιχτά.
Μαζεύονται τα φύλλα το χειμώνα για πίτες ή βραστά με ξύδι. Από το μαύρο σινάπι παράγεται η μουστάρδα.


Σκόλυμος (σκολιάμπρι, σκόλιαντρος, σκόλυμος, ασπράγκαθο)-Scolymus hispanicus
Ο σκόλυμος είναι πολυετής φυτό, που μπορεί να φτάσει το 1 μέτρο. Έχει βαθιά χοντρή ρίζα και χοντρό κεντρικό βλαστό. Ανθίζει το καλοκαίρι και το βρίσκουμε παντού σε όλη την Ελλάδα. Τρώγονται τα τρυφερά φύλλα του το χειμώνα και την άνοιξη, βραστά όπως τα χόρτα μόνα τους ή με μυρωδικά. Το Φθινόπωρο μπορούμε να μαζέψουμε και να φάμε και τις ρίζες του βραστές.

Σκόρδο άγριο-Allium sativum
Πολυετές φυτό που φτάνει τα 60 εκατοστά. Το συναντάμε σχεδόν παντού σε ακαλλιέργητους τόπους. Μαζεύετε ολόκληρο από το χειμώνα έως το τέλος της άνοιξης. Το χρησιμοποιούμε σε λαχανόπιτες αλλά και σαν μυρωδικό σε φρέσκιες σαλάτες και σάλτσες.

Σπαράγγια/Οβριές-Asparagus

Πολυετές φυτά που φτάνουν το ενάμιση μέτρο. Τα συναντάμε σχεδόν παντού σε ακαλλιέργητους τόπους και κυρίως κάτω από ακαλλιέργητες ελιές. Μαζεύονται οι τρυφεροί βλαστοί τους, δηλαδή τα νέα βλαστάρια που βγαίνουν από το Μάρτιο μέχρι τον Απρίλιο. Τρώγονται βραστά και πίνεται και το ζουμί τους που είναι διουρητικό, και σε ομελέτες ή σε μακαρονάδες με σάλτσα.
Στρύφνος (Στρύχνος, βρομόχορτο, αγριοντοματιά)-Solanum nigrum
Οικογένεια:
Σολανίδη (Solanaceae).


Ετήσιο φυτό που φτάνει τα 60 εκατοστά. Το συναντάμε σχεδόν παντού σε ακαλλιέργητους τόπους. Το φυτό κυρίως στους καρπούς του περιέχει σολανίνη που είναι τοξική, αλλά με το βράσιμο γίνετε ακίνδυνη.Μαζεύονται οι τρυφερές κορφές του όλο το καλοκαίρι. Το χρησιμοποιούμε κυρίως μαζί με βραστά τσιγαριστά λαχανικά, όπως τα βλίτα, τα φασόλια και τα κολοκυθάκια.

Ταράξακον το φαρμακευτικόν(Αγριοράδικο, πικραλίδα)-Taraxacum officinale
Οικογένεια: Σύνθετα (Compositae).


Πολυετές αυτοφυές φυτό που φυτρώνει σε όλο τον κόσμο και φτάνει τα 25 εκατοστά ύψος. Το συναντάμε σε ακαλλιέργητους τόπους και σε χωράφια σαν ζιζάνιο. Πολλαπλασιάζετε εύκολα από τους σπόρους του την άνοιξη. Τα φύλλα του είναι οδοντωτά, ανόμοια μεταξύ τους και μικρότερα από το κοινό ραδίκι cichorium. Τα άνθη του ξεπετάγονται από μικρούς βλαστούς από τη βάση του φυτού είναι μικρά, οδοντωτά και έχουν χρυσαφένιο χρώμα. Τα αγριοράδικα μαζεύονται από τον χειμώνα μέχρι την άνοιξη και τρώγονται ωμά σε σαλάτες ή βραστά, σκέτα ή με κρέας . Ακόμη τα φύλλα του μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε λαχανόπιτες μαζί με άλλα χόρτα.
Τέλος το taraxacum είναι ισχυρό διουρητικό και μειώνει την ποσότητα των υγρών μέσα στο σώμα, αλλά αντίθετα με τα άλλα διουρητικά που προκαλούν απώλεια καλίου, τα φύλλα του περιέχουν μεγάλες ποσότητες καλίου που τις παρέχουν στον οργανισμό. Η ρίζα και τα φύλλα του χρησιμοποιούνται για την πρόληψη αλλά και την καταπολέμηση της πέτρας στη χολή.

Τσουκνίδα-Urtica dioica

Ετήσιο φυτό που φτάνει τα 80 εκατοστά. Τη συναντάμε σχεδόν παντού σε ακαλλιέργητους και καλλιεργημένους τόπους. Μαζεύονται τα νέα φύλλα το χειμώνα μέχρι την άνοιξη πριν ανθίσει για πίτες ή τσιγαριστά .

Χοιροβότανο

Ετήσιο φυτό που φτάνει τα 20 εκατοστά. Το συναντάμε σχεδόν παντού σε ακαλλιέργητους τόπους. Τα φύλλα του είναι σκούρα πράσινα χνουδωτά.Μαζεύεται το χειμώνα μέχρι την άνοιξη για βραστά μόνο του ή με άλλα χόρτα.Χρησιμοποιείτε και για πίτες μαζί με άλλα χόρτα.